Ντοπιολαλιά

Η ντοπιολαλιά της Κυψέλης και της ευρύτερης περιοχής των Τζουμέρκων

Τα βασικά φωνητικά γνωρίσματα του γλωσσικού ιδιώματος των Τζουμέρκων είναι: 

1

Η κώφωση των άτονων ο και ω, που ακούγονται σαν ου και των άτονων ε και αι, που ακούγονται σαν ι: Πέτρους (=Πέτρος), κουρίτσι (=κορίτσι), σκάβου (=σκάβω), κρυώνου (=κρυώνω), Διφτέρα (=Δευτέρα), πιδί (=παιδί).

2

Η αποβολή του άτονου τελικού ι, στα ουδέτερα ουσιαστικά και του άτονου τελικού η στα θηλυκά: σπίτ’ (=σπίτι), χέρ’ (=χέρι), μύτ’ (=μύτη), Τρίτ’ (=Τρίτη) καθώς και των άτονων φωνηέντων και διψήφων ανάμεσα σε σύμφωνα: σ’κώνουμι (=σηκώνομαι), μ’κρός
(=μικρός), π’νάου (=πεινάω), αλ’πού (=αλεπού), κ’τάβι (=κουτάβι), σκ’λί (=σκυλί).

3

Η αποβολή στα ρήματα του άτονου ει του β΄ και γ΄ ενικού προσώπου: γράφ’ς, (=γράφεις), κρέν’ς (=κρένεις).

4

Η αποβολή του αρχικού φωνήεντος κάποιων λέξεων: γιλάδα (=αγελάδα).

5

Η εμφάνιση σε μερικές λέξεις του αρχικού φωνήεντος α: απ’δάου (=πηδάω)

6

Η συγκοπή (εξαφάνιση) μερικών συμφώνων: δάχ’λα (=δάχτυλα).

7

Η τροπή του αρχικού ε σε ου: ουρμ’νεύω (=ερμηνεύω).

8

Η εμφάνιση του π σε λέξεις που μετά το μ και μετά τη συγκοπή ακολουθεί λ ή σ: μπλάρ’ (=μουλάρι), μπσός (=μισός)

9

Η αλλαγή των καταλήξεων στο α΄ και β΄ πληθυντικό πρόσωπο του αορίστου και παρατατικού από –με, -σε σε –μαν, -ταν: γράφαμαν (=γράφαμε), γράφαταν (=γράφατε). Κάποιες φορές συμβαίνει αφαίρεση ολόκληρης συλλαβής από το θέμα του ρήματος: λέμαν (=λέγαμαν),

10

Η μη προφορά του γ μετά από φωνήεν: φαούρα (=φαγούρα).

Τα τρία πρώτα γνωρίσματα εμφανίζονται καθολικά, ενώ τα υπόλοιπα σε μερικές περιπτώσεις.

Το γλωσσικό ιδίωμα των Τζουμέρκων, χρησιμοποιεί λέξεις της νεοελληνικής κοινής που υπόκεινται στους παραπάνω κανόνες, αλλά και δάνεια από γλώσσες γειτονικών λαών.

A

Β

Γ

Δ

Ε

Ζ

Η

Θ

Ι

Κ

Λ

Μ

Ν

Ξ

Ο

Π

P

Σ

Τ

Υ

Φ

Χ

Υ

Ω

αβανιά (η): ζημιά, βλάβη, κακοτυχία
αβασκαίνου (ρ.): ματιάζω
αβγατίζου, αβγαταίνου, αβγατάου (ρ.): αυξάνω, πληθαίνω, μεγαλώνω, προσθέτω
αβέρτα (επίρ.): συνεχώς, άφθονα
αβραϊά (η): βραγιά, πρασιά, το χώρισμα του χωραφιού με αυλακιές
άγανο (το): η πριονωτή βελόνα που έχει το στάχυ των σιτηρών
αγανός (επίθ.): αραιά υφασμένος
αγάντα (επίρ.): βάστα, ασταμάτητα
αγγειά (τα): οικιακά κουζινικά σκεύη
άγγουνας (ο): εγγονός, εγγόνι
αγγουνιά (η): εγγονή
αγκάρια (επίρ.): ασταθώς, στέκομαι στα νύχια
αγκέλωμα (το): τσίμπημα με αγκάθι ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο
αγκουνάρ’ (το): πέτρα που τοποθετείται στη γωνία του τοίχου του σπιτιού
αγκουνή (η): γωνία, αλλά και η προνομιούχα το χειμώνα θέση δίπλα από το τζάκι
αγκουνιά (η): χτύπημα με τον αγκώνα
αγκούσα (η): δύσπνοια, δυσφορία, δυσκολία
αγνάντιου (το): ψηλό μέρος από το οποίο μπορείς να παρατηρείς και να βλέπεις από μακριά
αγριομούτσουνους (επίθ): αυτός που έχει άγριο πρόσωπο
αδαυτού (επίρ.): σ΄ αυτό εδώ το σημείο που είναι κοντά σου
αδειά (η): διαθέσιμος χρόνος
αδικεί (επίρ.): ακριβώς σε εκείνο το σημείο
αδρασκ’λάου (ρ.): διασκελίζω, περνώ πάνω από κάτι
αδρασκίλα (η): μέτρο μήκους που ισοδυναμεί με το άνοιγμα των ποδιών κανονικού βηματισμού
αδράχτ’ (το): ειδικό ξύλο γύρω από το οποίο τυλίγεται το νήμα, που σχηματίζεται από το γνέσιμο του μαλλιού που τοποθετείται στη ρόκα
αδρύ (το): τσουχτερό, δυνατό ποτό
Άι-Δημήτρης (ο): ο μήνας Οκτώβριος
ά-κα (αρν. μόριο): όχι (με έμφαση)
ακαπίστρουτους (ο): χωρίς καπίστρι, ατίθασος
ακέργιους (επίθ): ακέραιος, ολόκληρος
ακουρμαίνου (ρ.): ακούω με προσοχή
αλ’σμόνσει (ρ.): λησμόνησε
αλ’χτάου (ρ.): γαυγίζω
αλάνταβους (επίθ.): αυτός που περπατάει απρόσεκτα
αλάργα (επίρ.): μακριά
αλάρουτους (επίθ.): αυτός που μιλάει συνέχεια
αλαταριά (η): μέρος που τάιζαν τα ζώα με αλάτι και αλεύρι
αλάφιασμα (το): ξάφνιασμα, ταραχή
αλαφριός, αλαφρός (επίθ.): ελαφρύς
αλειτούργους (ο): άνθρωπος χωρίς ιερό και όσιο
αλιά (επίρ.): αλίμονο
αλίκορδα (επίρ.): ανάποδα, προς το επάνω μέρος
αλλάδερφους (ο): ετεροθαλής αδερφός
αλλαξιά (η): η δεύτερη φορεσιά
αλουμανάου (ρ.): χτυπάω αλύπητα
Αλουνάρ’ς (ο): ο μήνας Ιούλιος
αλ’σίβα (η): βρασμένο σταχτόνερο που χρησίμευε για το πλύσιμο των ρούχων και για λούσιμο
αμελίστρα (η): γαλάζιο άγονο χώμα, όπου δε φυτρώνει τίποτε
αμουλόητου (το): αυτό που δεν περιγράφεται με λόγια
αμούντ’ (επίρ.): άφαντα, εξαφανισμένα
αμπουριάζου (ρ.): γεμίζω με καπνό έναν χώρο
αμπώχνου (ρ.): σπρώχνω για να μετακινήσω κάτι βίαια από τη θέση του
αμ’τί (αμέ τι): αμ’ πώς αλλιώς
αναδεχτούδ’ (το): βαπτιστήρι
αναγούλα (η): τάση για εμετό
αναμεράου (ρ.): κάνω στην άκρη για να περάσει κάποιος, μετακινούμαι
αναπιάνου (ρ.): φτιάχνω προζύμι
ανάπουτους (επίθ.): κακότροπος, παράξενος, ιδιότροπος
ανάραχου (το): η κορυφή μικρού υψώματος, μικρής ράχης
ανάργια (επίρ.): αργά
ανιβατίζου (ρ.): ζυμώνω ψωμί
ανιβατό (το): είδος ζυμωτού  ψωμιού
ανιγνώργους (ο): αυτός που δεν αναγνωρίζεται εύκολα
ανιμουτουρλιάζου (ρ.): ανακατεύω διάφορα πράγματα
αντέτ’ (το):  έθιμο, συνήθεια, άγραφος νόμος
αντ’κιάζου (ρ.): υπολογίζω με το μάτι χωρίς μέτρημα
αντράλα (η): ζαλάδα, σκοτούρα, φασαρία
αντραπουδίθ’κα (ρ.): σκόνταψα
Αντριάς (ο): ο μήνας Δεκέμβριος
αξούρ’γους (επίθ.): αξύριστος
απαντουχή (η): ελπίδα
απίβδ’σα (ρ.): αγανάκτησα
απ’διά (η): αχλαδιά, γκορτσιά
απ’θαμές (οι): οι πιθαμές
απ’θώνου (ρ.): τοποθετώ κάτι πρόχειρα
απηδ’σιά (η): πήδημα
απ’κατούλια (επίρ.): λίγο πιο κάτω
απ’στουμάου (ρ.): γυρίζω δοχείο με το στόμιο προς τα κάτω, γυρίζω ανάποδα
απαπκάτ’ ή απ’κάτ’ (επίρ.): από κάτω
απέδου (επίρ.): από εδώ
απέκεια (επίρ.): από εκεί
απίδ’ (το): αχλάδι
απίκου (επίρ.): είμαι σε αναμονή, σε επιφυλακή
απίστομα (επίρ.): μπρούμυτα
απόπαιδου (το): το αποκληρωμένο παιδί, περιφρονημένο
αποπερούλια (επίρ.): κοντά μας αλλά από την απέναντη μεριά
απόρ’μα (το): αυτό που γεννήθηκε πριν την ώρα του
αποτώραγια (επίρ.): πριν λίγο
απουδώθι (επίρ.): από την εδώ πλευρά, από εδώ
απουκείθι (επίρ.): από την εκεί πλευρά, από εκεί
απουκουντριάζουμι (ρ.): αποβλακώνομαι, γίνομαι ακοινώνητος
απουμούρτ’ (επίρ.): όταν κάποιος κάνει κάτι με μεγάλη ένταση, πέφτει με τα μούτρα
απουμώνου (ρ.): κόβω τον αέρα από κάποιον, πνίγω
απουπέρα (επίρ.): απέναντι
απουπερούλια (επίρ.): απέναντι και κοντινά
απουπούι (επιφ.): α! πω – πω
απουρρίχνου (ρ.): γεννώ πρόωρα, αποβάλλω
απουσκουπού (επίρ.): επίτηδες
απουσταίνου (ρ.): κουράζομαι
απουτώραϊα, απουτώρι (επίρ.): πριν από λίγο
απουχάκ’ (επίρ.): ικανοποίηση από τιμωρία
απουψισ’νός (επίθ.): αποψινός
απύτιαγους (ο): αυτός που δεν πήρε πυτιά, δεν τον πιάνει το φαγητό
αραλίκ’ (το): ξεγνοιασιά, ανεμελιά, άνεση
αρβάλ’ (το): το χερούλι της κατσαρόλας
αργάζου (ρ.): επεξεργάζομαι δέρματα, δέρνω κάποιον αλύπητα
αργανέλλα (η): ανθεκτική τριχιά από λινάρι
αρίδα (η): τρυπάνι ξύλου, πόδι
αρμαθιάζου (ρ.): φτιάχνω αρμάθα, περνώ όμοια πράγματα σε κλωστή ή σύρμα
αρμέ’ου (ρ.): αρμέγω
αρμυρουκ’λούρα (η): η κουλούρα που έφτιαχναν και έτρωγαν οι ανύπαντρες κοπέλες το βράδυ της Καθαρής Δευτέρας, για να ονειρευτούν τον άντρα που θα παντρευτούν
αρούπουτους (ο): αχόρταγος
αρρεβωνίσια (τα): αρραβώνες
αρταίνουμι (ρ.): τρώω κάτι μη νηστίσιμο, δε νηστεύω
ασαλάητους (ο): απείθαρχος, ανυπάκουος, αυτός που δεν είχε ποτέ έλεγχο από κανένα
ασιουμπέιαστους (ο): αυτός που δεν τον απασχολούν τα προβλήματα και οι σκέψεις
ασπρούδ’ (το): είδος άσπρου σταφυλιού
αστουχάου (ρ.): ξεχνάω
αστρέχας (ο): το πάνω μέρος του τοίχου του σπιτιού, όπου στηρίζεται η στέγη
αστρίτ’ς (ο): είδος φιδιού με στίγματα, πανέξυπνος άνθρωπος με σπινθηροβόλο βλέμμα
ατσίδα (η): έξυπνος, καταφερτζής
αυ’νούς (αντ.): αυτούς
αυτούια (επίρ.): σ’ αυτό το σημείο
αφ’σκάδα (η): ασχήμια, αισχρολογία
αφαλουκόβου (ρ.): κόβω τον ομφάλιο λώρο, απειλώ με ξυλοδαρμό
αφελάου (ρ.): είμαι ωφέλιμος, χρήσιμος
αφόντας (χρον. σύνδ.): από τότε που
αφόριου (το): ρούχο αφόρετο, αμεταχείριστο
αφύσ’κα (επίρ.): άσχημα
αφύσ’κους (επίθ.): άσχημος
αχ’πάν’ (επίρ.): από πάνω
αχαμνά (επίρ.): άσχημα, αφύσικα
αχαμνά (τα): όρχεις
αψ’χάου (ρ.): τσιγκουνεύομαι

β’κέντρα (η): μακρύ αιχμηρό ραβδί για το κέντρισμα των βοδιών κατά το όργωμα
β’νί (το):  βουνό
β’τσέλα (η): είδος ξύλινης βαρέλας νερού
βααίνου  (ρ.): γέρνω από τη μια πλευρά από το πολύ βάρος
βάβου (η): γιαγιά
βάζου (ρ.): κάνω πολύ θόρυβο
βαΐζου (ρ.): γέρνω προς το ένα μέρος
βακούφ’κα (τα): κτήματα αφιερωμένα σε μοναστήρι ή εκκλησία
βαρβατσέλ’ (το): το μικρό τραγάκι, παιδί που παριστάνει τον άντρα
βαρκό (το): το χωράφι που έχει συνέχεια νερό
βασκαίνου (ρ.): ματιάζω
βάσταμα (το): φορτίο που μπορεί να σηκώσει κάποιος στην πλάτη του
βατσ’νιά (η): βατομουριά
βγιος (το):  περιουσία
βελάν’ (το): βελανίδι
βελέντζα (η): χοντρό μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα
βερέμ’κα (επίρ.): πλάγια
βίγλα (η): παρατηρητήριο
βιδούρα (η): ξύλινο κυλινδρικό δοχείο για γαλακτοκομικά προϊόντα με χωρητικότητα 10 οκάδες (12 κιλά)
βιλάζου (ρ.): βελάζω, φωνάζω δυνατά
βιλάν’ (το): ο καρπός της βελανιδιάς, το βελανίδι
βίλιουρας (ο): ζιζάνιο των δημητριακών
βίραγγας (ο): βαθιά γούρνα στο ποτάμι που γεμίζει με νερό
βιρβιρίτσα (η): σκίουρος
βιτούλ’ (το): κατσίκι ενός έτους
βίτσα (η): λεπτή βέργα
βλάρ’ (το): τόπι υφάσματος, καθένα από τα κομμάτια που υφαίνεται στον αργαλειό, τα οποία στη συνέχεια ράβονται μεταξύ τους και αποτελούν το ολοκληρωμένο ρούχο
βλιώρα (η): ζιζάνιο των σπαρτών, σιχαμερός άνθρωπος
βλουγάει (ρ. απρόσ): υπάρχει, υφίσταται, μετράει
βλουγάου (ρ.): ευλογώ
βλουγούδ’ (το): μικρό πρόσφορο
βλουημένους (επίθ.): ευλογημένος
βόμπ’ρας (ο): μικρό ζωύφιο, μικρόσωμο, κινητικό και έξυπνο παιδί
βούγκα (επίρ.): πολύ γρήγορα
βουζίλα (η): μοχλός
βουϊδουπατ’σιά (η): ίχνος από πάτημα αγελάδας
βουλά (η): φορά
βουλεί (ρ. απρόσ.): βολεύει, μπορεί, είναι εύκολο
βούρλου (το): φυτό που φυτρώνει σε υγρά εδάφη
βουρλουτύρ’ (το): γάλα πηγμένο με μαγιά τυριού, γαλοτύρι
βουτσώνου (ρ.): θυμώνω, κατεβάζω τα μούτρα
βρακουζώνα (η): λωρίδα υφάσματος με την οποία στερέωναν το βρακί στη μέση
βρετ’κά (τα): τα εύρετρα, η αμοιβή κάποιου που βρήκε και παρέδωσε κάτι
βρος (ο): μεγάλος λάκκος σε χείμαρρο που κρατάει νερό
βρουκόλακας (ο): βρικόλακας,  φάντασμα
βρυτσούλ’ (το): τόπος που αναβλύζει νερό, υγρότοπος
βυζοσάκ’λες (οι): πάνινες σακκουλίτσες που βάζουν στους πολύ μεγάλους μαστούς μερικών γιδιών για να τους προστατεύσουν από τραυματισμούς

γαβάθα (η): βαθουλωτό ξύλινο ή πήλινο πιάτο
γαλάριους (ο): ο γαλακτοφόρος, ο παραγωγικός
γαλόκατ’ ή γαλόφτσα (η): ψηλό ξύλινο κυλινδρικό δοχείο στο οποίο χτυπάνε το γάλα με το φουρλέτσι για να βγει το βούτυρο
γάνα (η): βρώμα,  καπνιά
γανουματής (ο): κασσιτερωτής
γανώνου (ρ.): κασσιτερώνω, στιλβώνω με καλάι τα χαλκώματα, μαυρίζω κάτι με κάρβουνο, με γάνα
γαραφένιους (ο): πεντακάθαρος και όμορφος
γαρδαβίτσα (η): μικρό εξόγκωμα στο χέρι
γάστρα (η): είδος μεταλλικού φούρνου σε σχήμα κοίλου ημισφαίριου
γατσιάζου (ρ.): μαζεύομαι από το κρύο και μου σηκώνεται η τρίχα
γατσούν’ (το): γατάκι
γέν’μα (το): η αγροτική σοδειά
γιαλάου (ρ.): γελάω, εξαπατώ κάποιον
γιατάκ»(το): το κρεβάτι, χώρος για ανάπαυση
γίδ’ (το): άνθρωπος ακοινώνητος
γ΄δίσιου (το): γάλα ή μαλλί από γίδα
γιδοξούρ’ (το): εργαλείο για τον καθαρισμό των ζώων, κακάσχημος άνθρωπος
γιόμα (το): η ώρα του γεύματος, το μεσημέρι
γιούκος (ο): διπλωμένα κλινοσκεπάσματα τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο
γιουμόζου (ρ): γεμίζω
γιούργια (επίρ.): επίθεση, έφοδος
γιρεύου (ρ.): μου περνάει η αρρώστια, γίνομαι γερός
γιροκόμ’ (το): καταβεβλημένος γέρος
γκ’σός (ο): κισσός
γκαβός (ο): τυφλός
γκαβουμάρα (η): ελλιπής όραση
γκαβώνουμι (ρ.): τυφλώνουμαι
γκαϊδός (επίθ.): αλλήθωρος
γκαϊδοτ’ράου (ρ.): κοιτάζω αλλήθωρα
γκανιάζου (ρ.): κλαίω ασταμάτητα μέχρι που μου κόβεται η αναπνοή
γκαρίζου (ρ.): βγάζω τη φωνή του γαϊδάρου, φωνάζω δυνατά
γκέσιους (επίθ.): τράγος με κοκκινωπή απόχρωση
γκιόσα (η): γίδα μεγάλης ηλικίας, άσχημη και κακιά γυναίκα
γκισιέμ’ (το): μεγάλο κριάρι που ηγείται του κοπαδιού
γκλάβα (η): κεφάλι, μυαλό
γκόλφ’ (το):  φυλαχτό
γκουρτσιά (η): η άγρια αχλαδιά
γκούσια (η): η φλούδα του κολοκυθιού
γκουσουμανάου (ρ.): ανασαίνω γρήγορα από την πολλή προσπάθεια
γκουτζιάμ’ (επίρ.): αρκετά
γκριλώνου (ρ.): ανοίγω πολύ τα μάτια μου
γκριντάλ’ (το): πολύ ψηλός άνθρωπος
γλαβανή (η): καταπακτή
γλέπου (ρ.): βλέπω
γλίνα (η): λάσπη από χώμα αργιλώδες που κολλάει
γνέμα (το): νήμα
γόνα (το): γόνατο
γούλ’ (η): το στόμιο της μπουκάλας
γουμάρ’ (το): γαϊδούρι
γουμαράγκαθου (το): γαϊδουράγκαθο
γουμαροφόρτ’ (το): το φόρτωμα που σηκώνει ένα γαϊδούρι, μονάδα μέτρησης φορτίου
γουνιά (η): τζάκι, ορθογώνιο μεταλλικό τρίγωνο των ξυλουργών και των κτιστών
γουνουλίθ’ (το): οι μακρόστενες πέτρες που περικλείουν το τζάκι, για να μη βγαίνουν οι στάχτες και τα κάρβουνα έξω απ’ αυτό
γούπατου (το): εδαφικό βαθούλωμα απάνεμο
γουρμάζου (ρ.): ωριμάζω
γουρνουμυτιάζου (ρ.): βάζω κάποιον κάτω μέχρι να ακουμπήσει η μύτη του στο χώμα
γουρν’νουκούμασου (το): καλύβα γουρουνιού
γουρ’νουτσάρ’χα (τα): τσαρούχια από δέρμα χοίρου
γούτσ’ (το): τμήμα του καρπού του καλαμποκιού που συγκρατεί τους σπόρους
γραβάλ’ (το): γεωργικό εργαλείο με σιδερένια δόντια στην άκρη, προσαρμοσμένα σε ξύλινο κοντάρι, το οποίο χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό του χώματος από τις πέτρες και άλλα άχρηστα αντικείμενα
γράβους (ο): φυλλοβόλο δέντρο με ίσιες, γερές , λεπτές και μακριές βέργες, κατάλληλες για γκλίτσες και ράβδες καρυδιών
γραδώνουμι (ρ.): μπαίνω κάπου και δεν μπορώ να βγω
γραίνου (ρ.): ξεμπλέκω το πλυμένο μαλλί των προβάτων και το κάνω αφράτο
γρατσ’νάου (ρ.): γρατσουνάω
γρέκ’ (το): καλύβα του βοσκού, υπαίθριος περιφραγμένος χώρος για στάβλισμα αιγοπροβάτων
γρέντζιλου (το): σταφύλι με μικρές και λίγες ρώγες
γρεντιά (η): δοκάρι στέγης σπιτιού
γρι (άκλ.): καθόλου
γρίβας (ο): άλογο με γκρίζο τρίχωμα
γρούδα (επίρ.): κουβάρι από νήμα, πράγμα μαζεμένο, πολύ τσαλακωμένο ρούχο
γρουμπούλ’ (το): στρογγυλό εξόγκωμα του δέρματος, στρογγυλό κομμάτι λάσπης, ζύμης κ.λ.π.
γυαλ’κά (τα): τα γυάλινα σκεύη του σπιτιού
γυνί (το): υνί, η σιδερένια μύτη του αλετριού
γυροβουλιά (η): η στροφή στο χορό, το πέρασμα από τα σπίτια για ευχές
γύφτους (ο): σιδηρουργός, οργανοπαίχτης, μελαψός, μικροπρεπής

δ’λειά (η): εξυπηρέτηση, τακτοποίηση, σεξουαλική πράξη
δάρτ’ (το): δύο ξύλα δεμένα με σκοινί με δυνατότητα περιστροφής που χρησιμοποιούνται για το στούμπισμα (αλώνισμα) του σιταριού
δαυλί (το): ξύλο αναμμένο, πολύ μεθυσμένος άνθρωπος
δάχ’λου (το): δάκτυλο
δαχ’λήθρα (η): μεταλλικό προστατευτικό κάλυμμα του δαχτύλου που χρησιμοποιείται κατά το ράψιμο
δαχλιά (η): αποτύπωμα από δάκτυλο
δγιαούρτ’ (το): γιαούρτι
δγιάσελου (το): στενή διάβαση, αυχένας μεταξύ βουνών ή λόφων
δγιασίδ’ (το): το νήμα της ύφανσης στον αργαλειό
δγιάτανους (ο): διάβολος
δγιάφουρου (το): κέρδος
δγιουφύρ’ (το): γεφύρι
δείξιους – ποίξιους (ο): ελεεινός, θα του δείξω και θα του κάνω
δέντρους (ο): δρυς
δέσ’ (η):  σύνδεση του αυλακιού με το ποτάμι ή την πηγή και τα ενδιάμεσα σημεία σύνδεσης του κεντρικού αρδευτικού αυλακιού
διαβάζου (ρ.): πετώ μακριά
διακόβου (ρ.): φτάνω γρηγορότερα από κάποιον άλλον, ξεπερνώ
διακονιάρ’ς (ο): ζητιάνος
διαλιούργια (τα): αυτά που απομένουν μετά τη διαλογή
διβουλίζου (ρ.): οργώνω το χωράφι δεύτερη φορά
δικέλλ’ (το): σκαπτικό εργαλείο με δυο μύτες
δικριάν’ (το): διχαλωτό μακρύ ξύλο για το ξεχώρισμα του άχυρου από τους σπόρους του σιταριού κατά το λίχνισμα
διπλάρ’κα (τα): δίδυμα παιδιά ή ζώα
διπλοπόδ’ (το): κάθισμα στο δάπεδο ή στο στρώμα με διπλωμένα πόδια
δίστρατου (το): σημείο διακλάδωσης του δρόμου
δίφουρους (επίθ.): αυτός που καρποφορεί δυο φορές το χρόνο
δοντάγρα (η): ειδική τανάλια για την εξαγωγή δοντιών
δούγα (η): στενόμακρη καμπυλωτή σανίδα βαρελιού
δραγάτ’ς (ο): αγροφύλακας
δράμ’ (το): παλιά μονάδα βάρους που ισοδυναμούσε με το 1/400 της οκάς ή με 3,203 γραμμάρια
δρασκ’λάου (ρ.): περπατάω με μεγάλο άνοιγμα των ποδιών, περνάω πάνω από κάτι με ανοιχτά τα σκέλη
δριπάν’ (το): εργαλείο θερισμού
δρουτσίλα (η): ερεθισμός, κοκκινάδα
δρουλάπ’ (το): χιονοθύελλα, καταρρακτώδης βροχή
δύνουμι (ρ.): μπορώ
δώθι (επίρ.): προς τα εδώ

έβιλου (το): αντικείμενο πολύ μεγάλο και βαρύ
εδώια (επίρ.): εδώ, σε τούτο το μέρος
έζ’γει (ρ.): ζούσε
είδ’ζμα (το): πράγμα χρήσιμο
είνουρο (το): όνειρο
εκεία (επίρ.): εκεί
εκειαϊά (επίρ.): εκεί ακριβώς
εκειός (ο): εκείνος
έμ’κει (ρ.): έμεινε
έρ’μους (ο): ξεχασμένος από όλους,  μόνος,  έρημος
έρ’ξει (ρ.): έριξε
έργους (ο): τμήμα του χωραφιού που αναλαμβάνει κάποιος να σκάψει
έσβους (ο): ασβός
εφ’γει (ρ.): έφυγε
έχους (το): πλούτος, περιουσία
εχούμενος (επίθ.): αυτός που έχει πολλά χρήματα, κτήματα ή ζώα, μεγαλονοικοκύρης

ζ’βάου (ρ.): σβήνω
ζ’γαρόνια (τα):  παντοφλάκια
ζ’γιάσκα (ρ.): ζυγίστηκα
ζ’γός (ο): ζυγός
ζ’γούρ’ (το): μικρό αρνί
ζ’γώνου (ρ.): πλησιάζω
ζ’λάπ’ (το): άγριο ζώο
ζ’μπάου (ρ.): σπρώχνω, πιέζω
ζ’νάρ’ (το): ζωνάρι
ζάβα (η): σούστα ή πόρπη για το κούμπωμα των ρούχων
ζάβατους (ο): περιοχή με πλούσια και πυκνή βλάστηση
ζαβλακώθ’κα (ρ.): κουράστηκα, νύσταξα
ζαβός (ο):  ανάποδος, ιδιότροπος, τρελός
ζαγάρ’ (το): κυνηγετικό σκυλί, πονηρός άνθρωπος
ζαγκανιόμι (ρ.): κουνιέμαι ασταμάτητα
ζαλίγκ’ (το): το φορτίο που μεταφέρει κάποιος στην πλάτη
ζαλ’κώνουμι (ρ.): φορτώνομαι, δένω με τριχιά φορτίο στους ώμους μου
ζάντζα (η): ιδιοτροπία, τρέλα
ζαντζεύου (ρ.): αγριεύω, αφηνιάζω
ζάπ’ ή ζάφτ’ (άκλ.): το να καταφέρεις κάτι
ζάρκους (ο): γυμνός
ζατζόγρια (η): ιδιότροπη γριά
ζάφτ’ (το): αυτό που μπορεί να καταφέρει ή να επιβάλλει κάποιος
ζάφτου (ρ.): κατηφορίζω γρήγορα, ορμάω
ζαχαρουτά (τα): αυτά που περιέχουν ζάχαρη,  καραμέλες
ζβαρνιέμι (ρ.): σέρνομαι
ζβαρνίλας (ο): αυτός που σέρνει τα πόδια του, ο βρώμικος, ο κακοντυμένος
ζγαρλάου (ρ.): σκάβω επιφανειακά, πειράζω κάποιον
ζγαρλέντζα (η): ζαβολιά, πονηριά, σκανταλιά
ζγρούμπα (η): καμπούρα
ζγρουμπός (ο): καμπούρης
ζερβά (επίρ.): αριστερά
ζεύκ’ (το):  καλοπέραση, πλούσιο φαγοπότι
ζεύλα (η): καμπύλο ξύλινο εξάρτημα του ζυγού που μπαίνει στο λαιμό του ζώου
ζεύου (ρ.): βάζω τα ζώα στο ζυγό, βρωμάω πολύ
ζιαβζέκ’ (το): ανάποδος, δύστροπος, πονηρός
ζιακατάου (ρ.): πειράζω, ενοχλώ
ζιλές (ο): πλεκτό γιλέκο
ζιουβγάρια (τα): ζευγάρια
ζιουμπιρέκ’ (το): σύρτης πόρτας
ζιούρα (η): κατακάθι, ίζημα
ζιρβό (το): τόπος που δεν τον βλέπει ο ήλιος
ζούδ’ (το):  ζωύφιο, ερπετό
ζούμπελου (το): μικρό ζώο
ζουντανό (το): ζώο, ο αγροίκος άνθρωπος
ζούπα (η): κομμάτι ψωμιού βουτηγμένο σε σάλτσα φαγητού
ζουρλαίνου (ρ.): τρελαίνω
ζύ’ι (το): το βαρίδι της ζυγαριάς
ζώστρα (η): λουρί που περνάει κάτω από την κοιλιά του ζώου και δένει το σαμάρι

ήγκαιρου (το): το γάλα των αιγοπροβάτων αμέσως μετά τη γέννα, κλώστρα
ήλιος ή βροχή: τρόπος επιλογής ομάδας ή «μάνας» σε παιχνίδι
ημερομήνια (τα): οι δώδεκα πρώτες μέρες του Αυγούστου των οποίων οι καιρικές συνθήκες αντιστοιχούσαν στον καιρό των επόμενων 12 μηνών
ήρα (η): ζιζάνιο του σιταριού

θ’κάρ’ (το): θήκη του μαχαιριού
θ’κή μ’ (αντων.): δική μου
θ’κός μ’ (αντων.): δικός μου
θ’μιάμα (το): λιβάνι
θαμπούλια (επίρ.): μόλις χαράζει το πρωί
θαμπών’ (ρ.): νυχτώνει
θαραπαύουμι (ρ.): ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι
θάρρου (ρ.): νομίζω
θειάκου (η): θεία
θέρμ’ (η): πυρετός
θηλ’κώνου (ρ.): κουμπώνω
θημωνιά (η): πολλά δεμάτια σιτηρών ή χόρτων το ένα πάνω στο άλλο
θηρίους (επίθ.): πολύ μεγάλος, τεράστιος
θιαμαίνουμι (ρ.): θαυμάζω
θιάτρου (το): θέαμα, ντροπή
Θιρτής (ο): ο μήνας Ιούνιος
θουμιάζου (ρ.): παρομοιάζω
θρασίμ’ (το): ψοφίμι, θρασύδειλος άνθρωπος
θράψ’ (η): μεγάλη καταστροφή
θυμητ’κό (το): μνήμη
θύμωμα (το): πρήξιμο πληγής, ερεθισμός

ίδ’σμα (το): φαγώσιμο, χρήσιμο πράγμα
ιδιάζου (ρ.): περνώ τα νήματα για ύφανση στον αργαλειό
ιδιάστρα (η): σανίδα με πολλές τρύπες από τις οποίες οι υφάντρες περνούν τα νήματα της ύφανσης για να μην μπλέκονται
ιδώια (επίρ.): εδώ δα
ιδωιαϊά (επιρ.): ακριβώς εδώ
ικειά (αντων.): εκείνα
ικεία (επίρ.): εκεί δα
ικειός (αντων.): εκείνος
ιμένα (αντων.): εμένα
ινάτ’ (το): πείσμα
ίνουρου (το): όνειρο
ίσκνα (η): παράσιτο δέντρου που χρησίμευε σαν φυτίλι στο τσακμάκι του καπνιστή
ιτσ’  κρίσ’ (άκλ.): καμία απάντηση
ιψές (επίρ.): χθες το βράδυ

κ’λιουρεύου (ρ.): κοιμάμαι
κ’λούρα (η): καλαμποκίσιο ψωμί
κ’πώνου (ρ.): βάζω το καπάκι, σκεπάζω κάτι
κ’ρούνα (η): κουρούνα, κακή γυναίκα
κ’τάβ’(το): νεογέννητο σκυλί,  κουτοπόνηρος άνθρωπος
κ’τάρ’ (το): ο αμνιακός σάκος των ζώων
κ’τσιαύτ’ (η): κατσίκα με μικρά αυτιά
κ’τσιούμπ’ (το): τμήμα χοντρού κορμού δέντρου
κ’τσιούμπ’σα (ρ.): σκόνταψα και χτύπησα στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού
κ’τσιούρα (η): τμήμα του δέντρου κοντά στη ρίζα που βρίσκεται μέσα στο χώμα
κ’τσό (το): παιδικό παιχνίδι στο οποίο το παιδί στηρίζεται στο ένα πόδι και μετακινείται πηδώντας ανάμεσα σε τετράγωνα ή πλακάκια δαπέδου
κ’τσός (επίθ.): κουτσός
κ’φό (το): αυτό που δεν ακούει, τυφλοπόντικας
κάβ’ρας (ο): κάβουρας, εργαλείο των υδραυλικών
καβαλ’κεύου (ρ.): μπαίνω καβάλα
καβαλάρ’ς (ο): οριζόντιο κεντρικό δοκάρι στην κορυφή της στέγης, που ενώνονται τα μικρότερα πλαϊνά μαδέρια της στέγη
καβαλτσιώρα (η): το ένα πάνω στο άλλο
καβούκ’ (το): όστρακο, κουκουνάρι καλαμποκιάς
καγκελάρ’ (το): χορός με πολλούς κύκλους
καζίκ’(το): πάθημα
καζμάς (ο): είδος σκαπάνης με μακριά και ατσάλινη μύτη
καθάριου (επίθ.): σταρένιο ψωμί
κακαράντζα (η): μικρή και σκληρή κοπριά αιγοπροβάτων ή λαγού
κακατσίδα (η): καρπός της βελανιδιάς
κακκάβ’ (το): μεγάλη κατσαρόλα
κακουμούτσουνους (επίθ.): αυτός που έχει άσχημο πρόσωπο
κακουμοιριά (η): δυστυχία
καλ’βώνου (ρ.): πεταλώνω τα άλογα
καλάι (το): ο κασσίτερος με τον οποίον «γανώνουν» τα χάλκινα σκεύη
καλέμ’ (το): κοπίδι με το οποίο γίνεται το πελέκημα των μαρμάρων και των λίθων
καλέσια (η): πρόβατο με γαϊτανάκια στο πρόσωπο, άσπρη μύτη και μαύρα χείλη
καλότ΄χεις (οι): νεράιδες, ξωτικά
καλούδια (τα): λιχουδιές ή δώρα που δίνουν στα παιδιά
καλουπίχειρους (επίθ.): εύκολος
καλουσκιράου (ρ.): δοκιμάζω κάποιο φρούτο που μόλις έχει ωριμάσει
καλτσούν’ (το): κοντή κάλτσα λίγο πιο πάνω από τον αστράγαλο
κάμα (το): πολλή ζέστη
καμνιανού (αντων.): κανενός
καμπλάφ’(το): καπέλο του ιερέα
καμώτις (οι): νάζια, καμώματα
κάναλ’ (η): μακρύ ξύλο πελεκημένο  ώστε να δημιουργηθεί αυλάκι για να κυλάει το νερό
κανούτα (επίθ.): κατσίκα που έχει σταχτοκίτρινο τρίχωμα
κάν’στρα (η): πλατύ καλαμένιο πανέρι
καντήλα (η): μεγάλο καντήλι, φουσκάλα στο σώμα από χτύπημα, μικρό σπυρί
καπίστρ’ (το): χαλινάρι
καπούλια (τα): τα πισινά των αλόγων
καπτσιάρ’ (το): αυτό που ακολουθεί συνέχεια κάποιον
καρ’κώνου (ρ.): δένω σφιχτά
κάρ’νου (το): κάρβουνο
καραβίσιους (ο): μεγάλος, ακριβός
καραμιλουτή (η): είδος μάλλινης υφαντής στον αργαλειό κουβέρτας με ρίγες  ή τετράγωνα
κάργα (επίρ.): πολύ γεμάτο, πολύ γερά
καργάρου (ρ.): σφίγγω
κάργας (ο): ζόρικος, ψευτοπαλικαράς
καρδάρα (η): ξύλινο δοχείο όπου άρμεγαν ή αποθήκευαν το γάλα
καρδιλάγκους (ο): λάρυγγας
καρέλ’ (το): μικρός τροχός αυλακωτός για διάφορες χρήσεις
καρές (ο): κόμμωση
καρκαλιάς (ο): παιδική ασθένεια με πολύ βήχα, ο κοκκύτης
καρκαριώμι (ρ.): γελάω όπως κακαρίζουν οι κότες
καρλάφτα (η): κατσίκα ή πρόβατο με μεγάλα κρεμασμένα αυτιά
καρνήθρα (η): μεγάλο κάρβουνο
κάρ’νου (το): κάρβουνο
καρτιράου (ρ.): περιμένω
κασάρ’ (το): εργαλείο κοπής βάτων
κασιέλα (η): ξύλινο μπαούλο
κασκαρίκα (η): φάρσα, βρωμοδουλειά
καστραβέτσ’ (το): αγγούρι
κατ’καλά (επίρ.): ευτυχώς
καταεί (επίρ.): κάτω στη γη
κατακεφαλιά (η): δυνατό χαστούκι
κατανέμ’ (επίρ.): άι στον άνεμο
καταντίπ (επίρ): καθόλου
καταψιά (η): κατάποση, μικρή ποσότητα φαγητού
κατιβασιά (η): απότομη αύξηση νερού χειμάρρου λόγω δυνατής βροχής
κατιβατός (ο): αέρας που κατεβαίνει από το βουνό
κατ’ράου (ρ.): κατουράω
κατρήθρα (η): ουροδόχος κύστη
κατσ’κάδα (η): μικρή σε ηλικία γίδα
κατσιά (η): καθισιά, το φαγητό που τρώει κάποιος σε ένα γεύμα
κατσιαβράκας (ο): ψευτοπαλικαράς
κάτσιν’ (η): προβατίνα με άσπρο και καφέ τρίχωμα
κατσιό (το): ξεκούραση, ανάπαυση
κατσιούλα (η): κουκούλα της κάπας
καύκαλου (το): όστρακο της χελώνας
καφουκούτ’ (το): κουτί του καφέ
καψαλή (η): όνομα κατσίκας με καστανόμαυρο μαλλί
καψιρός (επίθ.): άτυχος, κακομοίρης
κεντρώνου (ρ.): μπολιάζω καρποφόρο δέντρο με «μάτι»
κιαπέ (επιφ.): κι ύστερα;
κιάφ’ (το): θειάφι
κίκαρ’ (η): κούπα, φλιτζάνι
κιντυνιμένους (επίθ.): ετοιμοθάνατος
κιριαρίνα (η): το πουλί τσίχλα
κιφτιντές (ο): κούτσουρο που χρησίμευε στο κόψιμο κιμά με το τσεκούρι
κλαφ’νάου (ρ.): γαυγίζω
κλειδουνιά (η): κλειδαριά
κλιτσ’νάρ’ (το): μακρύ και αδύνατο πόδι
κλιτσ’νούρ’ς (ο): αυτός που μοιάζει με τον διάβολο
κλώστρα (η): πηχτό κίτρινο γάλα που αρμέγεται μόλις γεννήσει το ζώο
κόβου (ρ.): κατευθύνομαι, πηγαίνω
κόγκσα (η): νάζι
κόθρους (ο): κόρα του ψωμιού
κόκουτους (ο): κόκορας
κολλ’τσίδα (η): αγριόχορτο που κολάει στα ρούχα, φορτικός άνθρωπος
κόν’σμα (το): εικόνισμα
κοντογούν’ (το): το ημίπαλτο
κόπ’τσα (η): μικρή πόρπη
κόπανους (ο): ξύλο με το οποίο οι γυναίκες χτυπούσαν τα χοντρά ρούχα στο ποτάμι για να φύγει η βρωμιά
κοπρίτ’ς (ο): ράτσα σκύλου, τεμπέλης άνθρωπος
κορ’φνό (το): αυτό που είναι στην κορυφή
κοργιά (η): κόρα του ψωμιού
κόρφους (ο): το στήθος του ανθρώπου
κόσια (η): μακριά πλεξούδα των μαλλιών
κουβέλ’ (το): μεγάλο ξύλινο κυλινδρικό δοχείο
κουδαρίτ’κα (τα): συνθηματική γλώσσα των κτιστών
κουδέλα (η): στροφή του δρόμου
κουκκουρόχιονου (το): στρογγυλοί μικροί κόκκοι χιονιού σαν χαλάζι
κουκόν’ (το): βαθύ κάθισμα
κουκόσια (η): καρύδα
κουκουμέλα (η): άγριο μανιτάρι
κουκουτσέλ’ (το): μικρός κόκορας
κουλάου (ρ.): ανεβαίνω
κουλέντζα (η): επιδημία γρίπης
κουλουκ’ρεύου ή κουλουκ’ρίζου (ρ.): κουρεύω τα πρόβατα γύρω από τα πόδια και την κοιλιά
κουλουκαθ’σιά (η): φιγούρα χορευτή σε θέση ημικαθίσματος
κουλουσγών’ (ρ.): πλησιάζει
κουλουφουτιά (η): πυγολαμπίδα
κουμάσ’ (το): καλύβα γουρουνιού, άτομο χωρίς ηθικούς περιορισμούς
κουματσέλ’ (το): μικρό χωράφι, τμήμα μεγαλύτερου χωραφιού
κουματσιούλας (ο): τεμπέλης, αυτός που ενδιαφέρεται μόνο για το φαγητό και όχι για τη δουλειά
κουμματσιούλ’ (το): μικρό κομμάτι ψωμιού
κουμπουδιάζου (ρ.): δένω κόμπο
κουμπουδόρ’ (το): μικρή ντομάτα
κουμπουρδούλ’ (το): ο καρπός του πλάτανου
κουνάκ’ (το): κατοικία, μικρό φίδι που δε βλέπει καλά
κουνουμάου (ρ.): αποκτώ, προμηθεύομαι
κουντουβράκ’ (το): κοντό παντελόνι
κουντουτσίπα (η): είδος αγριόχορτου που τρώγεται βραστό
κουντύλ’ (το): στενόμακρος σχιστόλιθος σε σχήμα μολυβιού με τον οποίο έγραφαν οι μαθητές πάνω στην πλάκα
κουντρί (το): μεγάλος και μυτερός βράχος
κουπά (επίρ.): ίσια, χωρίς στροφές, από σύντομο δρόμο
κουπιάζου (ρ.): μπαίνω στο σπίτι κάποιου ως φιλοξενούμενος
κούπις (οι): χοντρά ποτήρια που χρησιμοποιούνταν σαν βεντούζες για τη θεραπεία κρυολογημάτων
κούρβαλου (το): ερειπιώδης γέρος
κουρελού (η): υφαντό φτιαγμένο από λωρίδες κουρελιών
κουρέλου (η): όνομα κατσίκας με δύο γλωσσίδια (τριχωτά κρεατάκια) στο λαιμό
κουρίτα (η): κορμός δέντρου σκαμμένος για να πίνουν τα ζώα νερό, η σκαφίδα
κουρκουκέφαλου (το): η κορυφή του κεφαλιού
κουρκούτ’ (η): χυλός με αλεύρι καλαμποκίσιο και νερό
κούρνια (η): κοτέτσι για κότες, μικρό σπίτι
κουροψάλ’δου (το): μεγάλο ψαλίδι για το κούρεμα αιγοπροβάτων
κουρτσέλ’ (το): κοντός κορμός δέντρου σκαμμένος για την τοποθέτηση τροφής των σκύλων
κουρφάδα (η): κορυφή, το τρυφερό μέρος του βλαστού
κουρφή (η): υπόξινο γάλα που η πήξη του αρχίζει από την κορυφή, την επιφάνεια του δοχείου
κουρ’φνός (επίθ.): αυτός που βρίσκεται στην κορυφή
κουσεύου (ρ.): τρέχω
κουσή (η): τρεχάλα
κουσιά (η): μεγάλο δρεπάνι με το οποίο κόβεται το τριφύλλι και τα αγριόχορτα
κουσιεύου (ρ): τρέχω γρήγορα
κουσιούλα (επίρ.): τροχάδην
κουτάου (ρ.): τολμάω
κουτουφώλ’ (το): αυγό που μένει πάντα στη φωλιά
κούτρα (η): κεφάλι
κουτράου (ρ.): χτυπάω με το κεφάλι
κούτσ’κου (το): μικρό παιδί
κουτσαγκέλα (η): τεθλασμένη γραμμή, κόλπο, βρωμοδουλειά
κουτσιαβέλ’ (το): μικρό παιδί
κουτσιανάτους (επίθ.): δυνατός, γερός, καλοστεκούμενος
κουτσιουμπλή (η): μύτη κοντή, πλατιά και άσχημη
κουτσοκέρα (η): κατσίκα με σπασμένο κέρατο
κόφτρα (η): μεγάλο πριόνι για το κόψιμο κορμών, σημείο εκτροπής του νερού
κραμποκούκ’ (το): μικρή κουλούρα από καλαμποκίσιο αλεύρι
κραπατσαλώνουμι (ρ.): πιάνομαι για να ανεβώ, σκαρφαλώνω
κρεβάτα (η): μπαλκόνι, εξώστης
κρεμαστάλου (η): σιδερένια χοντρή αλυσίδα από την οποία κρέμεται η κατσαρόλα στο τζάκι
κρεματζλιέμι (ρ.): κρεμιέμαι
κρένου (ρ.): μιλάω
κρηνί (το): η κυψέλη των μελισσών
κριβατίνα (η): κληματαριά
κριγιάς (το): κρέας
κρικέλα (η): σιδερένιος κρίκος που καταλήγει σε μεγάλο καρφί
κριμάδις (οι): ξεφλουδισμένα καλαμπόκια κρεμασμένα από το ταβάνι
κρίσ’ (η): φωνή, ομιλία
κριτσιανάου (ρ.): τρώω κάτι τραγανό και κάνω θόρυβο, ροκανίζω
κριτσιανίδα (η): οτιδήποτε τραγανό που όταν το μασάμε κάνει θόρυβο
κριτσιανουβουλάει (ρ.): αστράφτει και μπουμπουνίζει δυνατά και ασταμάτητα
κριτσούκ’ (το): αδιαπέραστο δάσος
κρυότ’ (το): δροσερός καιρός
κύπρους (ο): μεγάλο κουδούνι που κρεμιέται κυρίως στα αρσενικά ζώα

λ’θάρ’ (το): πέτρα
λ’μάζου (ρ.): πεινάω υπερβολικά
λ’μαριά (η): δερμάτινο στεφάνι που περιέχει άχυρα και μπαίνει γύρω από το λαιμό ζώου όταν οργώνει ή κουβαλάει κάτι
λ’μπά (τα): οι όρχεις
λ’πουκρατάου (ρ.): πενθώ
λ’σιά (η): ξύλινη πόρτα σε φράχτη χωραφιών
λαγαρίζου (ρ.): ξεθολώνω, αφήνω καθαρό υπόλοιπο
λαγγιόλ’ (το): η πτυχή της φουστανέλας
λαήνα (η): στάμνα, πήλινο δοχείο
λάιους (επίθ.): μαύρος, γκρίζος
λάκα (η): ομαλή έκταση
λακάου (ρ.): φεύγω τρέχοντας μέσα από τις λάκες
λαλ’μένους (επίθ.): σαλεμένος
λαλούμινα (τα): τα όργανα της ορχήστρας
λαμπίκου (επίρ.): πεντακάθαρα
λαμπόγυαλου (το): γυάλινο κάλυμμα της λάμπας πετρελαίου
λανάρ’ (το): εργαλείο για την επεξεργασία του πλυμένου μαλλιού
λαντζουκόβου (ρ.): έχω μεγάλη αγωνία και πηγαινοέρχομαι
λάπατου (το): φυτό πλατύφυλλο που χρησιμοποιείται για λαχανόπιτες
λαρώνου (ρ.): ησυχάζω
λασπούρα (η): πολλή λάσπη
λατσάγκαθα (τα): οι βελόνες από τα έλατα
λατσούδα (η): κλαδί από έλατο το οποίο χρησιμοποιούνταν για σκούπισμα
λαχταράου (ρ.): τρομάζω, επιθυμώ κάτι πολύ
λειτουργιά (η): πρόσφορο για τη θεία ευχαριστία
λιάζου (ρ.): εκθέτω κάτι στον ήλιο
λιανίζου (ρ.): κόβω κάτι σε μικρά κομμάτια
λιανούρια (τα): τα μικρά παιδιά
λιανώματα (τα): κέρματα μικρής αξίας
λιάτα (η): πλατύ τσεκούρι των ξυλοκόπων
λίγδα (η): λαδιά, λεκές
λιγκιάζου (ρ.): έχω λόξυγγα
λικάν’ (η): μεταλλικό σκεύος, λεκάνη
λικάν’ (το): πετρώδες έδαφος
λικουρδάου (ρ.): γυρίζω ανάποδα
λίμπα (η): βαθουλωτό πιάτο
λινάτσα (η): χοντρό ύφασμα από λινάρι
λιόκια (τα): όρχεις
λιουγκρίζου (ρ.): βλέπω πολύ λίγο, φωτίζω ελάχιστα
λιχνίζου ή λιχνάου (ρ.): πετάω ψηλά το σιτάρι και με τη βοήθεια του αέρα το καθαρίζω από φλοιούς και άγανα
λόρδα (η): μεγάλη πείνα
λουϊό-λουϊό (το): λογιών-λογιών
λούμπρ’ (η): λάσπη και θολό νερό
λούρα (η): λεπτό και μακρύ κλαδί δέντρο, βέργα
λώβα (η): η ακαθαρσία
λωβιάζου (ρ.): μολύνω

μ’σουκόβουμι (ρ.): μου κόβεται η μέση από το πολύ βάρος
μ’σοφόρ’ (το): γυναικείο εσωτερικό πουκάμισο, κομπινεζόν
μ’τζήθρα (η): είδος μαλακού τυριού που παράγεται από το τυρόγαλο
μ’τι (άκλ.): αμέ τι, σιγά μην
μ’τσούνια (τα): πρόσωπο
μαέρ’μα (το):  μαγειρευμένο φαγητό
μαΐδα (η): σύκο πολύ ώριμο ή λιασμένο
μακάπ’ (το): μικρό ατσαλένιο λοστάρι μυτερό από τη μια άκρη με το οποίο πελεκάνε την πέτρα
μακ’δονίσ’ (το): μαϊντανός
μαλάζου (ρ.): πιάνω, αγγίζω
μαλέτσ’κου (το): μικρό και αδύνατο παιδί
μαλιαγρίζου (ρ.): αγγίζω, πιάνω
μαλιβράσ’ (άκλ.): άνω κάτω
μαλτέζα (η): κατσίκα που παράγει πολύ γάλα
μαμάκα (η): ο οισοφάγος της κότας
μαμαλίγκα (η): πηχτός χυλός από καλαμποκίσιο αλεύρι
μαμούτα (η): φανταστικό τέρας το οποίο ζει στα πηγάδια που το αναφέρουν για να τρομάζουν τα μικρά παιδιά
μαμούτο (το): ζεστή κομπρέσα
μανάρ’ (το): πρόβατο οικόσιτο
μανούρ’ (το): είδος τυριού, πολύ κρύο
μάνταλους (ο): σύρτης
μαντανία  (η): μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα
μαντάρα (η): αποτυχία
μάντζαλα (τα): άχρηστα μικροπράγματα
μαντζαλούδα (η): το πάνω μέρος του παράθυρου που ανοίγει προς τα κάτω για αερισμό
μαντζιώνα (η): πηχτός χυλός με καλαμποκίσιο αλεύρι και κρεμμύδια
μαξούμ’ (το): πολύ μικρό παιδί
μαραγκιάζου (ρ.): μαραίνομαι
μαργώνου (ρ.): κρυώνω
μαρκάλους (ο): το ζευγάρωμα του κριαριού με την προβατίνα
μαρκιέμι (ρ.): αναμασώ την τροφή, μηρυκάζω
μαρμάγκα (η): μεγάλη δηλητηριώδης αράχνη
μαρτ’τράου (ρ.): μαρτυράω, προδίδω
μάσια (η): μεταλλικό εργαλείο για το σκάλισμα της φωτιάς
μάσινα (η): πέτρινη αποθήκη για ζωοτροφές
μασκαρλίκ’ (το): βωμολοχία, εξευτελισμός
μασούρ’ (το): λεπτό ξύλο στο οποίο τυλίγουν το νήμα για να το βάλουν στη σαΐτα του αργαλειού, κομπόδεμα
μαστάρ’ (το): μαστός ζώου
μαστραπάς (ο): κανάτα
ματά (επίρ.): ξανά, πάλι
ματαπού (ρ.): ξαναπώ
ματρακάς (ο): σφυρί με το οποίο οι χτίστες σκάλιζαν τα αγκωνάρια
ματσακόν’ (το): είδος μυτερού σφυριού
ματσιάζου (ρ.): διαλύω κάτι με πολλή πίεση
ματσιαλάου (ρ.): μασάω
μαυλάου (ρ.): φωνάζω τα ζώα για να έρθουν κοντά μου προφέροντας ειδικές φράσεις για το κάθε ζώο
μεργιά (η): γεμάτο σακί που φορτώνεται από τη μια πλευρά του ζώου
μεσ’μέρου (η): φανταστικό πλάσμα που μάζευε τα παιδιά τα μεσημέρια. εφεύρεση των γονέων που λειτουργούσε ως φόβητρο των παιδιών
μεσάλ’ (το): τραπεζομάντιλο
μηδά (επίρ.): προφανώς, μάλλον έτσι
μιράντζα (η): φυλλοβόλο δέντρο του δάσους
μιριμέτ’ (το): μικροεπισκευή
μίρλα (η): συνεχές κλαψούρισμα
μιρμιλόνια (τα): είδος ζυμαρικού που γίνεται με αλεύρι ραντισμένο με νερό
μισάλ’ (το): τραπεζομάντηλο
μόκου (επιφ.): μη μιλάς
μόλτσα (η): σκόρος
μονάντερους (επίθ.): αχόρταγος
μόσκ’ (το): μοσχάρι
μότις (οι): νάζια
μπούμστους (ο): αυτός που έχασε το μυαλό του
μουλαΐμ’κους (επίθ.): ήσυχος, πράος
μουλάτσα (η): χώρος για ύπνο
μουλόημα (το): νέο, αφήγηση, φήμη
μουλουγάου (ρ.): διηγούμαι
μουνουβύζα (η): γίδα ή προβατίνα που ο μαστός της έχει μία θηλή
μουνουχίζου (ρ.): ευνουχίζω
μουντζουκλαίου (ρ.): κλαψουρίζω κρύβοντας με τις παλάμες (μούντζες) το πρόσωπό μου
μουραπάς (ο): αστεία ιστορία, κωμική διήγηση, καλαμπούρι
μουρζιά (η): θάμνος με πολλά και σκληρά αγκάθια
μούρκους (επίθ.): γκριζόμαυρος
μουρουζώντανους (επίθ.): μισοπεθαμένος
μούσκιου (το): τοποθέτηση πράγματος μέσα στο νερό για πολλή ώρα για να μαλακώσει
μούσκλια (τα): βρύα
μουστάου (ρ.): βουτάω ψωμί στη σάλτσα
μουστιρής (ο): μόνιμος πελάτης
μουστρίζου (ρ.): πασαλείφω, λερώνω
μούτιλ’ (η): λάσπη
μούτους (επίθ.): αυτός που δε μιλάει
μουχρίτσα (η): αγριόχορτο που φυτρώνει σε καλλιεργημένα ποτιστικά χωράφια
μπ’γιά (η): κοφτερό μαχαίρι που κατασκεύαζε ο γύφτος (σιδεράς)
μπ’λάρ’ (το): μουλάρι
μπ’σαβέτσ’κους (επίθ.): μεσοβέζικος, μισός-μισός
μπ’σαφίρ’ς (ο): επισκέπτης, φιλοξενούμενος
μπ’σιακό (το): κτήμα που καλλιεργεί κάποιος και μοιράζεται την παραγωγή με τον ιδιοκτήτη
μπ’σίστ’ς (ο): κυλινδρικό σκεύος για το ψήσιμο καφέ ή ποπ κορν
μπ’σίτσα (η): φυτοφάγο έντομο
μπ’σκάρ’ (το): μοσχάρι
μπ’σουκόπ’κα (ρ.): με πόνεσε η μέση από το πολύ βάρος
μπ’σουχείμουνου (το): το μέσο του χειμώνα
μπ’τίζου (ρ.): τελειώνω
μπ’χούστ’ (το): εμποροζωοπανήγυρη
μπαζίνα (η): πηχτός χυλός από καλαμποκάλευρο
μπαζμένου (το): κοντός άνθρωπος
μπαΐλντίζου (ρ.): κουράζομαι πολύ, εξουθενώνομαι, λιποθυμώ
μπαΐρ’ (το): χέρσο και ξηρό χωράφι
μπάκα (η): μεγάλη κοιλιά
μπάκακας (ο):  βάτραχος
μπακανιάζου (ρ.): φουσκώνει η κοιλιά μου από το πολύ νερό
μπακούλ’ (το): μικρό και στενό σακουλάκι συνήθως μάλλινο
μπάλα (η): μέτωπο, το μεγάλο δέμα τριφυλλιού ή χόρτου, τοίχος του σπιτιού, οβίδα κανονιού
μπάλιους (επίθ.): αυτός που έχει άσπρο κεφάλι
μπανούζ’ (το): αυτό που είναι πολύ κρύο
μπαούτα (η): κίνηση που προκαλεί φόβο
μπαρουτόσκαγα (τα): το μπαρούτι και τα σκάγια
μπαστί (το): εξώγαμο παιδί
μπατάλ’κους (επίθ.): άχαρος, άκομψος
μπάτσα (η): χαστούκι
μπαχλατάου (ρ.): μιλάω συνέχεια χωρίς ειρμό
μπεζαχτάς (ο): το συρτάρι του πάγκου του καφετζή ή του μπακάλη
μπιάκα (η): καταρράκτης σε μικρό ορμητικό ποτάμι
μπιζ (το): ομαδικό παιχνίδι κατά το οποίο ο παίχτης έπρεπε να μαντέψει ποιος τον χτύπησε στο χέρι που το είχε στα πλευρά του
μπιζιρίζου ή μπιζιράου (ρ.): απελπίζομαι
μπιλιάς (ο): μπελάς
μπίμπτσα (η): χώρος κάτω από τις πλάκες της αυλής, όπου έκρυβαν πολύτιμα αντικείμενα σε περιπτώσεις ανάγκης
μπιρικέτια (τα): η καλή σοδειά
μπιρμπίλες (οι): τα προγούλια
μπιτ (επίρ.): καθόλου
μπίτ’σα (ρ.): τελείωσα
μπιχειρίστ’κα (ρ.): επιχείρησα, ξεκίνησα κάτι γρήγορα
μπλάζου (ρ.): συναντάω
μπλαθ’ρί (το): χοντρή πίτα
μπλαμούτσα (η): το πλατύ πόδι ή χέρι
μπλάνα (η): όγκος χώματος που δημιουργείται κατά το όργωμα
μπλατσάρα (η): λαχανόπιτα με καλαμποκίσιο αλεύρι
μπλατσιάζουμι (ρ.): συναντώ τυχαίο κάποιον ανεπιθύμητο, παραμορφώνομαι
μπλέτσ’ (το): στήθος
μπλιγούρ’ (το): χοντροκομμένο σιτάρι βρασμένο με λίγο γάλα
μπλιόρα (η): δίχρονη προβατίνα ή κατσίκα που γεννάει για πρώτη φορά
μπλούκ’ (το): άτακτο τμήμα ενόπλων, ομάδα ανθρώπων
μπόλ’ (το): εμβόλιο
μπότ’ (το): πήλινη στάμνα με στενό στόμιο
μπούγλα (η): μικρό τενεκεδένιο δοχείο για λάδι ή πετρέλαιο
μπούκα (η): το εσωτερικό του μάγουλου
μπουκ’βάλα (η): τριμμένο ψωμί και λάδι ζεσταμένο στο τηγάνι
μπουλιάζου (ρ.): εμβολιάζω, κεντρώνω τα δέντρα
μπουλουβίνα (η): μεγάλη και ημίρρευστη κοπριά μεγάλου ζώου
μπουμπότα (η): ψωμί από καλαμποκίσιο αλεύρι
μπούμπστους (ο): σαλεμένος
μπουνώρα (επίρ.): πολύ πρωί
μπουραζάνα (η): χοντρό μάλλινο παντελόνι κτηνοτρόφων φτιαγμένο στον αργαλειό
μπουρδουκλώνουμι (ρ.): μπερδεύομαι και πέφτω
μπουρμπότσιαλους (ο): μικρό έντομο
μπουρμπουλώνομι (ρ.): τυλίγω το κεφάλι με μαντίλι για να προφυλαχτώ από το κρύο
μπούτσκα (η): κατσίκα ή προβατίνα κοκκινωπή με πρησμένα χείλη
μπουχαρής (ο): καμινάδα
μπουχαρουπόδια (η): κεντητό εργόχειρο ή ύφασμα που μπαίνει γύρω από το τζάκι ως διακοσμητικό
μπουχός (ο): στάχυα, άγανα και φλούδες σιτηρών που παρασύρονται από τον αέρα κατά το λίχνισμα
μπράσκα (η): μεγάλος βάτραχος
μπρασκουκοίλ’ς (ο): αυτός που έχει μεγάλη κοιλιά
μπραστ (επιφ.): ξαφνικό πέταγμα ζώου από την κρυψώνα του
μύλους (ο): χώρος άλεσης των δημητριακών, χειροκίνητη συσκευή που αλέθει τους κόκκους των δημητριακών, αναμπουμπούλα
μυρμηγκιάζου (ρ.): μουδιάζω

ν’τχάλα (η): διχάλα
νείρουμι (ρ.): ονειρεύομαι, επιθυμώ
νευροκαβαλίκεμα (το): μυϊκή κράμπα
νίβουμι (ρ.): πλένομαι
νίλα (η): μεγάλη καταστροφή, δυστυχία
νιρουμαντανία (η): μάλλινη υφαντή στον αργαλειό κουβέρτα και γινωμένη στη νεροτριβή
νιρουτρουβιά (η): νεροτριβή, τεχνητή δεξαμενή νερού σχήματος κάδου στην οποία πλένονται τα κλινοσκεπάσματα
νιροφόρους (ο): ο διανομέας νερού για το πότισμα των χωραφιών
νόμ’ (ρ.): δώσε μου
νουμάτοι ή νουματαίοι (οι): άτομα
νταβάν’ (το): οροφή
ντάβανους (ο): μεγάλη μύγα που τσιμπάει τα ζώα
νταβαντούρ’ (το): φασαρία, θόρυβος
νταβάς (ο): μεγάλο ταψί
νταβλαρώνουμι (ρ.): πέφτω κάτω
νταγλαράς (ο): υπερβολικά ψηλός, εύσωμος
νταϊρές (ο): ντέφι
νταραβέρ’ (το): συναλλαγή, δοσοληψία
ντζίν’ (το): έξυπνος άνθρωπος
ντζιουμανίκ’ (το): ξύλινο μπαστούνι
ντζιριμές (ο): το άδικο πρόστιμο
ντιρμάσκ’ (το): τεντωμένος ανάσκελα
ντζιώρας (ο): ξεροκέφαλος
ντιπ (επίρ.): καθόλου
ντορός (ο): ίχνη άγριου ζώου
ντράβαλους (ο): φασαρία, τσακωμός
ντραμ’ζάνα (η): μεγάλη γυάλινη μπουκάλα για ποτά
ντρίλ’ (το): είδος βαμβακερού υφάσματος
ντρόχαλα (τα): πολλές πέτρες μετρίου μεγέθους

ξ’λιά (η): το χτύπημα με ξύλο
ξ’λιάζου (ρ.): παγώνω από το κρύο
ξ’λόκοτα (η): μπεκάτσα
ξ’νόγαλου (το): αποβουτυρωμένο γάλα με υπόξινη γεύση
ξαγάρ’ (το): ξύλινο δοχείο του μυλωνά στο οποίο έβαζε το καλαμπόκι ή το σιτάρι που έπαιρνε ως αμοιβή
ξαγκρίζου (ρ.): παρακινώ, ερεθίζω
ξαδγιάζου (ρ.): ευκαιρώ
ξάι (το): η αμοιβή του μυλωνά, βάρος 70 οκάδων
ξαίνου (ρ.): ξεμπλέκω μπερδεμένο μαλλί
ξακριάζου (ρ.): σκάβω το χωράφι μέχρι τις άκρες
ξαμώνου (ρ.): επιτίθεμαι
ξαναγκρίζου (ρ.): παρακινώ, ξεσηκώνω
ξαπουσταίνου (ρ.): ξεκουράζομαι
ξαραθ’μάου (ρ.): ευχαριστιέμαι
ξαρίζου (ρ.): σκουπίζω, σκάβω επιφανειακά
ξαστοχάου (ρ.): ξεχνάω
ξηραγκιανός (επίθ.): αδύνατος, αποστεωμένος
ξηρ’κός (επίθ.): αυτός που δεν ποτίζεται
ξηροτ’χιά (η): τοίχος χωρίς λάσπη ή τσιμέντο
ξιβράκουτους (επίθ.): αυτός που δεν φοράει βρακί
ξιγαλάου (ρ.): αποσπώ κλαδί από τον κορμό του δέντρου
ξιγάνουτους (επίθ.): ακασσιτέρωτος, άνθρωπος χωρίς αρχές και αξίες
ξιγιαλάου (ρ.): εξαπατώ, κοροϊδεύω
ξιγίν’κα (ρ.): αλλοτριώθηκα
ξιγραδώνουμι (ρ.): ξεφεύγω από κάτι που με ακινητοποιεί
ξιζάρκωτους (επίθ.): γυμνός
ξιθ’λυκώνου (ρ.): ξεκουμπώνω
ξιθρακ’νάου (ρ.): μαζεύω τη στάχτη και καθαρίζω το τζάκι
ξίκ’ (επίρ.): αποστροφή από κάτι ενοχλητικό
ξικαμπάου (ρ.): εμφανίζομαι ξαφνικά, προβάλλω στο δρόμο
ξικαπίστρωτου (επίθ.): άλογο ή μουλάρι χωρίς χαλινάρι, άτομο χωρίς αρχές
ξικλαρίζου (ρ.): κόβω μερικά κλαδιά από ένα δέντρο
ξικλάου (ρ.): σκίζω
ξικλήσουρου (το): ανεπρόκοπος άνθρωπος, χαμένο κορμί
ξικλιτσιάζου (ρ.): βγάζω τα πόδια ζώου
ξικουπή (η): χωρίς μέτρημα, κατ’ αποκοπή
ξικουλώνου (ρ.): ξεριζώνω
ξικουμπουδιάζου (ρ.): λύνω τον κόμπο, ξεμπλέκω
ξιλακκώνου (ρ.): ανοίγω λάκκο, σκάβω βαθιά το χωράφι
ξιλουβιάζου (ρ.): καθαρίζω καλά κάτι πολύ βρώμικο
ξιμπλιτσώνουμι (ρ.): ξεγυμνώνομαι
ξινουκρένου (ρ.): μιλάω στον ύπνο μου, παραμιλάω
ξιπατώνου (ρ.): εξολοθρεύω
ξιπιρδικάου (ρ.): εγκαταλείπω τη φωλιά μου, πατάω γερά στα πόδια μου
ξιπιτούτου (επίρ.): επίτηδες, σκόπιμα
ξιπιτσώνουμι (ρ.): κουράζομαι πάρα πολύ
ξιπουδαριάζουμι (ρ.): κουράζομαι πολύ από την πεζοπορία
ξιρόγκιασμα (το): χωράφι που προέκυψε από κόψιμο δέντρων και κάψιμο χαμηλών φυτών
ξιρουγλύφουμι (ρ.): επιθυμώ κάτι πολύ, που είναι δύσκολο να το αποκτήσω
ξιρουσφύρ’ (το): ποτό χωρίς μεζέ
ξισιουμπέιαστος (επίρ.): άνθρωπος χωρίς έγνοιες
ξισκ’λίζου (ρ.): ξεματιάζω
ξισπ’ράου (ρ.): βγάζω τους σπόρους από το στέλεχός τους
ξιτσιαουλιάζουμι (ρ.): μου φεύγει το σαγόνι (τσιαούλι) από τις φωνές ή το χασμουρητό
ξιτσιουνιάζου (ρ.): ξεμυαλίζομαι
ξιφόρτωμα (το): απαλλαγή από το μάτιασμα, ξεφόρτωμα ζώου
ξιφουστικιάζου (ρ.): διαλύω κάποιο αντικείμενο
ξιχαράζου (ρ.): αρχίζω να γεννάω αυγά (για κότες), αρχίζω να μιλάω
ξιχιρσώνου (ρ.): σκάβω για πρώτη φορά ή μετά από πολύ καιρό ένα ακαλλιέργητο χωράφι
ξουκ΄λάου (ρ.): ξεφεύγω από το σωστό δρόμο
ξουρέξια (τα): ορεκτικά, νάζια
ξυλομανάου (ρ.): δέρνω αλύπητα
ξυλοφάι (το): ειδική λίμα για ξύλα
ξώκαρδα (επίρ.): χωρίς ζήλο, απρόθυμα
ξώπετσα (επίρ.): επιδερμικά, επιφανειακά

όμπγιου (το): πύον
όξου (επίρ.): έξω
όρνιου (το): μεγάλο αρπακτικό πουλί, κουτός άνθρωπος
όρσε (επιφ.): ορίστε, πάρε
ουδετότις (επίρ.): αμέσως
ουδεκεί (επίρ.): κοντά, δίπλα
ούι, ούι (επιφ.): αχ, οχ
ουϊδίζου (ρ.): μοιάζω, είμαι ίδιος με κάποιον
ουλουένα (επίρ.): συνέχεια
ουλούθι (επίρ.): παντού
ουλουμία (επίρ.): παραλίγο
ούλους (επίθ.): όλος
ουλουσούσουμους (επίθ.): με όλο του το σώμα, ολόκληρος
ουντάς (ο): το επίσημο δωμάτιο του σπιτιού, το σημερινό σαλόνι
ουργιά (η): μονάδα μέτρησης μήκους, ίση με το μήκος που έχουν τα τεντωμένα στα πλάγια χέρια του ανθρώπου
ουρμ’νεύου (ρ.): συμβουλεύω
ουρμήνια (η): συμβουλή
ουρσίδα (η): νεροφάγωμα εδάφους από ραγδαία βροχή
ουρσουζλιά (η): γρουσουζιά
ουστ (επιφ.): επιφώνημα για την κίνηση ή την απομάκρυνση ζώου
ουστρέχα (η): εσοχή τοίχου που λειτουργεί ως κρύπτη πολύτιμων αντικειμένων
ουτικεί (επίρ.): εκεί δίπλα, εκείνη τη στιγμή
όχτους (ο): τοίχος στο κάτω μέρος των χωραφιών

π’δούλια (τα): μικρά παιδιά, σκουλήκια που βγαίνουν στο τυρί ή στο γάλα όταν χαλάσει
π’θινά (επίρ.): πουθενά
π’κάρ’ (το): το ακατέργαστο μαλλί από το κούρεμα ενός προβάτου
π’λακίδα (η): η μικρή κότα που γεννάει για πρώτη φορά
π’λί (το): πουλί
π’στρόφια (τα): η επιστροφή των καλεσμένων την επόμενη του γάμου στο σπίτι της νύφης για τη συνέχιση του γλεντιού
π’στρώνου (ρ.): διπλώνω το ύφασμα στην άκρη για να στερεωθεί, πλακώνω το κλινοσκέπασμα ή το φόρεμα με το σώμα μου για να μη φεύγει
π’τακώνου (ρ.): πλακώνω κάτι και τα πιέζω ώσπου να γίνει πίτα
π’τάρι (το): κερί που λιώνει μέσα σε ταψί και όταν στερεοποιηθεί παίρνει το σχήμα του ταψιού
π’τγιά (η): πυχτός χυμός που βρίσκεται στο στομάχι των νεογνών μηρυκαστικών που χρησιμοποιείται για να πήζει το γάλα και να γίνεται τυρί
π’τσαράς (ο): λεβέντης, γενναίος, δυνατός
π’τσαρίνα (η): αντρογυναίκα
π’τσιάς (ο): αυτός που δεν υπολογίζει τίποτα, δεν ακολουθεί τους ηθικούς κανόνες
π’τ’χιά (η): επιτυχία
πααίνου (ρ.): πηγαίνω
παΐδα (η): παγίδα, κατασκευή παιδιών από ξύλα και επίπεδη, πλατιά πέτρα με την οποία τα παιδιά έπιαναν πουλιά
παίνια (η): έπαινος
παλάντζα (η): κρεμαστή ζυγαριά, στατέρι
παλάντζας (ο): άνθρωπος ασταθής και ασυνεπής, αυτός που δεν κρατά το λόγο του
παλιουκόπρ’ (το): παλιά χωνευμένη κοπριά
παλιουρούτ’ (το): παλιό σκισμένο ρούχο
πανουπρίκ’ (το): επιπλέον προίκα που ζητάνε μερικοί γαμπροί
πανουσάκ’ (το): σακί πάνω σε άλλο σακί, συμπληρωματικό φόρτωμα
πανουσάμαρα (επίρ.): φορτίο που μπαίνει στη μέση του σαμαριού πάνω από το υπόλοιπο φορτίο
πάντα (η): πλευρά, εργόχειρο
παντέχου (ρ.): έχω απαντοχή, περιμένω
πάντοιους (επίθ.): τέτοιου είδους άνθρωπος
παπ’τσάς (ο): τσαγκάρης
παπαδέλα (η): ψημένος σπόρος καλαμποκιού, ποπ κορν
παπάρα (η): μπαγιάτικο ψωμί μέσα σε βρασμένο νερό
παπαρδέλας (ο): σαχλαμάρας, φλύαρος
παραβόλα (η): χέρσο κομμάτι στην άκρη σπαρμένου χωραφιού που λειτουργούσε ως βοσκότοπος
παραγκουμιάζου (ρ.): μιμούμαι περιπαικτικά κάποιον
παραγκώμ’ (το): παρατσούκλι
παραγών’ (το): ο χώρος γύρω από το τζάκι
παραδουδ’λειά (η): η ακριβοπληρωμένη μικροδουλειά
παραδώθε (επίρ.): πιο κοντά
παρακατούλια (επίρ.): λίγο πιο κάτω
παρακούμπαρους (ο): ο βοηθός του κουμπάρου
παραμάσκαλα (επίρ.): κάτω από τη μασχάλη
παραντάρα (επίρ.): με τη σειρά
παραπανούλια (επίρ.): λίγο πιο πάνω
παρασάνταλους (επίθ.): ο άσχημος, αυτός που δεν κινείται καλά
παρασόλ’σα (ρ.): κουράστηκα υπερβολικά, τρελάθηκα
παρέκεια (επίρ.): πιο πέρα
παρεκούλια (επίρ.): λίγο πιο πέρα
παρμάρα (η): πόνος στα πόδια, αδυναμία κίνησης, παράλυση
πασμάς (ο): σύκα ξεραμένα, ψιλοκομμένα και ζυμωμένα με καρύδια σε σχήμα μικρού πρόσφορου
πασπάλα (η): σκόνη από αλεύρι ή στάχτη, στρώσιμο χιονιού
πασπαλίζου (ρ.): ρίχνω σκόνη πάνω σε κάτι
πατ’νός (επίθ.): αυτός που είναι στον πάτο, ο τελευταίος
πατ’σιά (η): πατημασιά, ίχνος ποδιού
παταγούδ’ (το): πολύ κρύο
παταγουδιασμένους (μετ.): παγωμένος από το πολύ κρύο
πατάκα (η): πατάτα
πατατούκα (η): κοντό και χοντρό παλτό
πατούρα (η): βρωμιά σε ολόκληρο το σώμα από ευκοιλιότητα
πατσιακλός ή πατσιαλός (επίθ.): ασταθής στο βάδισμα
πάφλας (ο): τενεκές, τενεκεδένιο δοχείο
πέταυρο (το): μακριά σανίδα της στέγης
πέτρα (τα): χειροποίητα φύλλα για πίτα
Πέφτ’ (η): η ημέρα Πέμπτη
πιανούμινους (επίθ.): ο αρκετά μεγάλος
πίγκωμα (το): μεγάλη πίεση, στεναχώρια
πιγκώνου (ρ.): πιέζω κάποιον πολύ, πνίγω
πιδεύουμι (ρ.): ταλαιπωρούμαι
πιδί (το): παιδί
πιδίκλουμα (το): το μπέρδεμα των ποδιών
πιδικλώνουμι (ρ.): μπερδεύω τα πόδια μου και πέφτω
πιδιλόγα (η): κουβάρι από νήμα που τυλίγεται γύρω από το χέρι
πιδουβουλίκ’ (το): το γρήγορο τρέξιμο
πιδουνάρ’ (το): πατζάκι παντελονιού
πιζούλ’ (το): χαμηλός τοίχος που συγκρατεί το χώμα επικλινούς χωραφιού
πιζούλα (η): μεγάλη επίπεδη πέτρα που προεξέχει από το έδαφος
πικάρου (ρ.): θυμώνω, θέλω να εκδικηθώ
πιλικούδ’ (το): κομμάτι ξύλου που προήλθε από πελέκημα
πιρδίκ’ (το): το μικρό της πέρδικας, ο άρρωστος που έγινε καλά
πιρουνιάζου (ρ.): διαπερνώ
πίρους (ο): ξύλινη τάπα βαρελιού
πισέρει (ρ.): ποιος ξέρει
πιτρόβιργους (ο): ξύλινη βέργα για το άνοιγμα φύλλων (πέτρων) για πίτα
πιτσί (το): κατεργασμένο δέρμα
πλαϊάζου (ρ.): γυρίζω στο πλάι, κοιμάμαι
πλακανήθρα (η): μεγάλη και επίπεδη πέτρα
πλατσανάου (ρ.): χτυπώ με δύναμη τα νερά
πλαστήρ’ (το): στρογγυλή σανίδα με ουρά με την οποία έβαζαν το ψωμί στο φούρνο και το γύριζαν
πλισές (ο): πτυχή υφάσματος
πλίτσ’ (το): τρυφερός βλαστός φυτού
πλουμίδ’ (το): στολίδι
πλοχέρ’ ή πλόχειρου (το): η ποσότητα που χωράει η χούφτα
πλύματα (τα): βρώμικα νερά από το πλύσιμο
ποδένου (ρ.): φοράω τα παπούτσια
πολυσπόρια (τα): ανάμεικτοι σπόροι δημητριακών βρασμένοι
πόντζ’ (το): βραστό τσίπουρο με νερό
πουντιάζου (ρ.): κρυώνω πολύ και αρρωσταίνω
πουρδαλιά (η): φυλλοβόλο φυτό, το χρυσόδεντρο
πουριά (η): πέρασμα
πουσίτ’ (το): αυτό που μένει στο κόσκινο (σίτα) μετά το κοσκίνισμα
πουσπουρίζου (ρ.): συνομιλώ με κάποιον ψιθυριστά
πράματα (τα): τα αιγοπρόβατα και οι αγελάδες
πράτα (τα): πρόβατα
πρατάρ’ς (ο): βοσκός
πρατίνα (η): προβατίνα
πρατόγαλου (το): το γάλα της προβατίνας
πρατσάν’σμα (το): ο χαρακτηριστικός ήχος από το κάψιμο χλωρών ξύλων
πρέκ’ (το): το στήριγμα (πέτρινο, ξύλινο ή τσιμεντένιο) που μπαίνει πάνω από την πόρτα ή το παράθυρο για να στηρίζει τον τοίχο
πρέντζα (η): γαλακτοκομικό προϊόν παράγωγο του βρασμένου ξυνόγαλου
πριάκουνου (το): λίμα για μεταλλικά εργαλεία
πριόβουλους (ο): είδος αναπτήρα
πρίσκαλου (το): το άγουρο σύκο
πριτσ’νέβιλους (ο): καλικάντζαρος
πριτσιάλους (ο.): το ζευγάρωμα τράγου με κατσίκα
πρόνουμι (ρ.): κάθομαι κοντά στο τζάκι και ζεσταίνομαι
πρόπ’σ’ (η): μικρή ποσότητα φαγητού που καταναλώνει κάποιος μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό
προυγγάου (ρ.): τρομάζω κάποιον και τον διώχνω
προυπάου (ρ.): προφταίνω
προυπόδια (τα): χοντρές πλεχτές μάλλινες κάλτσες στις οποίες έβαζαν σόλα και τις χρησιμοποιούσαν για παπούτσια
προυσ’λιάζουμι (ρ.): κάθομαι στον ήλιο για να ζεσταθώ
προυσάγγουνου (το): δισέγγονο
προυστ’λάζου (ρ.): θηλάζω
προυσφάι (το): το συνοδευτικό του ψωμιού που παλιότερα ήταν το κύριο φαγητό
προυσφαΐζου (ρ.): τρώω το ψωμί μαζί με κάτι άλλο
προυτουστάλαμα (το): οι πρώτες στάλες του τσίπουρου
πτακουμένου (μετ.): συμπιεσμένο πολύ
πυρουκουπά (επίρ.): ξάπλα δίπλα στο τζάκι
πυρουμάδα (η): φέτα ψωμιού ψημένη (πυρωμένη) στη φωτιά
πυρομάχια (τα): μακρόστενες πέτρες που βρίσκονται γύρω γύρω από το τζάκι
πυρουστιά (η): σιδερένιος τρίποδας που χρησιμεύει σαν στήριγμα της κατσαρόλας στο τζάκι

ρ’ζαύτ’ (το): ο κρόταφος
ρ’ζό (το): οι πρόποδες του βουνού
ρ’μάδ’ (το): το ερείπιο, το χάλασμα
ράβδα (η): μακριά και ανθεκτική βέργα με την οποία γίνεται το γκρέμισμα των καρυδιών από την καρυδιά
ραβδίζου (ρ.): χτυπάω με τη ράβδα (μακριά βέργα) τα κλωνάρια της καρυδιάς για να πέσουν τα καρύδια
ραγουβύζ’ (το): η πιπίλα του μωρού
ρακί (το): τσίπουρο
ρακουγυάλ’ (το): μικρό γυάλινο ποτήρι με χοντρό πάτο στο οποίο σερβίρονταν το τσίπουρο
ρακουκάζανου (το): ο αποστακτήρας του τσίπουρου
ρακουκανάτας (ο): αυτός που πίνει πολύ τσίπουρο
ράμα (το): σκοινί εμποτισμένο με κόκκινο χρώμα που χρησιμοποιούν οι ξυλοκόποι για τη χάραξη γραμμών πάνω στα ξύλα
ραμαντάν’ς (ο): ο ασουλούπωτος άνθρωπος
ραμί (το): παιχνίδι με τράπουλα
ρεβά ή ριβά (επίρ.): πλαγιαστά, λοξά
ρέβου (ρ.): αδυνατίζω
ριζίλ’ (το): γελοιοποίηση
ριζουλόγους (ο): εργαλείο για εξαγωγή δοντιού
ρικάζου (ρ.): κλαίω σπαράζοντας
ρικουμανάου (ρ.): κλαίω δυνατά και ασταμάτητα
ριμπελιάζου (ρ.): τεμπελιάζω
ριμπεσκές (ο): απεριποίητος, ακατάστατος
ριμ-ντιμ (άκλ.): άσκοπη περιπλάνηση εδώ κι εκεί
ριμπάπ’ (το): ξυλοκόπημα
ριντζούλ’ (το): κουρέλι
ριντίκουλου (το): γελοίος άνθρωπος
ρίχνουμι (ρ.): περνάω απέναντι, περνάω ποτάμι, επιτίθεμαι σε κάποιον
ρόγκ’ (το): χωράφι που προήλθε από αποψίλωση δασικής έκτασης
ρόκα (η): καρπός καλαμποκιάς, διχαλωτό ξύλο για το γνέσιμο του μαλλιού
ρουβουλάου (ρ.): κατεβαίνω τον κατήφορο
ρουγκάλ’ (το): σπασμένο κλαδί δέντρου ή θάμνου που είναι αιχμηρό
ρουγκάτσ’κο (το): αρσενικό ζώο στο οποίο δεν πέτυχε ο ευνουχισμός
ρουγκίζου (ρ.): κόβω δέντρα του δάσους για να δημιουργήσω χωράφια
ρουκιά (η): το καλάμι και τα φύλλα της καλαμποκιάς
ρουκίσιου (το): ψωμί από αλεύρι καλαμποκιού
ρουκόφ’λλου (το): ένα από τα φύλλα που καλύπτουν τον καρπό της καλαμποκιάς
ρουμπουέλατου (το): το κουκουνάρι του έλατου
ρουμπουστίνις (οι): λόγια χωρίς ουσία
ρουπακιά (η): περιοχή με βελανιδιές
ρουπόκ’ (το): κοντό και μαλακό μαλλί από αρνί
ρουπώνου (ρ.): χορταίνω
ρούσους (επίθ.): ξανθός, κοκκινοτρίχης
ρούφλας (ο): ξαφνική και δυνατή μπόρα
ρουχνάου (ρ.): ροχαλίζω

σ’γαρλάου (ρ.): ανασκαλεύω, σκαλίζω επιφανειακά
σ’γιάς (ο): σουγιάς
σ’καπ’θώνουμι (ρ.): κάθομαι και σηκώνομαι εναλλάξ εξαιτίας μεγάλης ανησυχίας
σ’κομαΐδα (η): σύκο ξεραμένο
σ΄λιάχ’ (το): δερμάτινη ζώνη με θήκη
σ’μά (επίρ.): κοντά
σ’μπάθειο (το): συγχώρεση, συγνώμη
σ’κουπιάζου (ρ.): χτυπάω με το σκόπι (ξύλο, μπαστούνι)
σ’μπάου (ρ.): συνδαυλίζω τη φωτιά
σ’ταρίδα (η): το πουλί κορυδαλλός
σ’φλάου (ρ.): σουβλίζω
σ’χαρίκια (τα): το φιλοδώρημα που δίνεται σ’ εκείνον που πρώτος αναγγέλλει ένα χαρμόσυνο γεγονός
σ’χαρικιάρ’ς (ο): αυτός που μεταφέρει τη χαρμόσυνη είδηση (όνομα παιδιού, ερχομό γαμπρού κλπ)
σαγάν’ (το): είδος τηγανιού με δυο μικρά χερούλια
σάισμα (το): κλινοσκέπασμα ή στρωσίδι φτιαγμένο από μαλλί τράγου
σαϊταναραίοι (οι): οι διάβολοι
σακαρέμ’ (το): το σαράβαλο, άνθρωπος πολύ κουρασμένος
σακατ’λίκ’ (το): αναπηρία
σακαφλιόρα (η): μεγάλη σε ηλικία γυναίκα, γυναίκα με πολλούς εραστές
σάκινα (η): λινό τσουβάλι
σακουράφα (η): χοντρή βελόνα με την οποία ράβουν σακιά και ρούχα
σάλ’τσι (επίρ.): πολύ αρμυρό
σαλαγάου (ρ.): διώχνω με φωνές τα ζώα προς την κατεύθυνση που θέλω
σαλαϊσμένους (ο): τρελός
σαλαμέντρα (η): κιτρινόμαυρη σαύρα που εμφανίζεται μετά τη βροχή
σαλαμούρα (η): το αλατόνερο που χρησιμοποιείται για τη συντήρηση τροφίμων
σαλβάρ’ (το): φίμωτρο για ζώα
σαλίτ’ (το): σαλιγκάρι
σάλτσι (το): πολύ αρμυρό
σαμαροσκούτ’ (το): χοντρό ύφασμα που τοποθετείται κάτω από το σαμάρι του ζώου
σάματ’ ή σάμπους (επίρ.): μήπως
σαούρα (η): μεγάλη ησυχία
σαούρια (τα): σκουπίδια
σαπίτ’ς (ο): είδος φιδιού
σαρανταλείτουργου (το): συνεχείς λειτουργίες μέχρι τις σαράντα ημέρες από το θάνατο κάποιου
σαριά (η): η βρωμιά από πλυμένο μαλλί προβάτου
σαρμανίτσα (η): ξύλινη κούνια του μωρού
σβάρα (η): ξύλινο εργαλείο που το σέρνουν βόδια ή άλογα σε οργωμένο χωράφι για να τριφτούν οι μεγάλοι σβόλοι χώματος
σγρουμπός ή σγρούμπους (επίθ.): καμπούρης
σέια (τα): πράγματα
σέκους (ο): ο πεσμένος στο έδαφος , ο λιπόθυμος
σέμπρους (ο): ο συνέταιρος σε γεωργική εργασία που έχει ένα βόδι ή άλογο
σερβάντα (η): έπιπλο που βάζανε τα γυαλικά
σερμπέτ’ (το): σιρόπι που γίνεται από βρασμένο μέλι και νερό
σέρπιτου (το): ερπετό, άνθρωπος ανυπόληπτος
σέρσιγκας (ο): μεγαλόσωμη σφήκα
σιάδ’ (το): ίσιωμα, άγνοια
σιάζου (ρ.): τακτοποιώ
σιακαρέμ’ (το): ερείπιο
σιακάτ’ (επίρ.): ίσια κάτω
σιακεί (επίρ.): προς τα εκεί
σιαλουτιάζου (ρ.): από τις πολλές σκοτούρες χάνω το μυαλό μου
σιαμάγκου (η): γυναίκα που περιφέρεται στα ξένα σπίτια ζητώντας να τις δώσουν ό,τι καλό έχουν
σιαμουρλός (ο): μισότρελος, παλαβός
σιαμούτα (η): κακής ποιότητας τσίπουρο
σιαμπράγκαλα (τα): το σύνολο παλιών αντικειμένων
σιαπάν’ (επίρ.): προς τα πάνω
σιαπατ’λός (επίθ.): ανισόρροπος
σιαπέρα (επίρ.): προς τα πέρα
σιαπού (επίρ.): προς τα πού
σιατλός (επίθ.): χαζός
σιατραβάν’ (το): άχρηστος άνθρωπος
σιάψαλου (το): αυτός που δεν ξέρει τι λέει
σίβα (η): γκρίζο άλογο
σιβντάς (ο): μεράκι
σιγκούν’ (το): μάλλινο υφαντό αμάνικο πανωφόρι, που φορούσαν οι γυναίκες όταν φορτώνονταν για να μην τις πληγώνει το φορτίο στο κορμί
σίδερου (το): δόκανο, το εργαλείο για το σιδέρωμα που ζεσταινόταν με κάρβουνα, κάτι που είναι πολύ κρύο
σιλέμ’ς (ο): ατημέλητος
σινιαρίζουμι (ρ.): στολίζομαι
σιντζίμ’ (το): λεπτό και ανθεκτικό σκοινί
σιουγκράου (ρ.): σκουντάω
σιούδα (η): χείμαρρος με ορμητικά νερά
σιουμπέι (το): έγνοια, σκέψη
σιουράου (ρ.): σφυρίζω, υπολογίζω κάτι ή κάποιον
σιούτα (η): κατσίκα χωρίς κέρατα
σιρκός (επίθ.): αρσενικός
σκ’λί (το): σκυλί
σκ’λίδα (η): δεμάτι από στάχυα σιταριού
σκ’λίκ’ (το): σκουλήκι
σκ’τι (το): χειροποίητο χοντρό μάλλινο ύφασμα
σκάια (τα): σφαιρίδια που χρησιμοποιούν οι κυνηγοί ως βλήματα
σκαλτσούν’ (το): κοντή κάλτσα
σκαμνιά (η): μουριά
σκαμπάζου (ρ.): καταλαβαίνω
σκανιάζου (ρ.): στεναχωριέμαι πολύ, φαρμακώνομαι
σκανταλάρ’ (το): τμήμα παγίδας για πουλιά, άνθρωπος που κάνει σκανταλιές
σκαρ’σμένους (επίθ.): σαλεμένος
σκαρίζου (ρ.): βγάζω τα πρόβατα στη βοσκή το βράδυ, τρελαίνομαι
σκάρφ’ (η): βουνίσιος θάμνος με στυφή και πικρή γεύση
σκαφίδα (η) : μεγάλη ξύλινη λεκάνη
σκέλ’σμα (το): μάτιασμα
σκιάσμα (το): σκιάχτρο
σκιόρ’μα (το): κακομούτσουνος και αδύνατος άνθρωπος
σκιρβιλές (ο): κακός άνθρωπος
σκλαβάκια (τα): παιδικό ομαδικό παιχνίδι που παίζεται από δύο αντίπαλες ομάδες
σκλέντζα (η): παιδικό παιχνίδι που παίζεται με δύο ξύλα
σκλιντζάρ’ (το): το μικρό ξύλο της σκλέντζας
σκόπ’ (το): ραβδί, μπαστούνι, ξυλοδαρμός
σκόπας (ο): ανεπίδεκτος μαθήσεως
σκούζου (ρ.): κλαίω και οδύρομαι
σκούλ’ (η): το αντίθετο μέρος της κόψης του τσεκουριού ή του σκεπαρνιού
σκουντιρίτσα (η): σαύρα με γκρι δέρμα
σκούντρα (επίρ.): αντίθετα, ανάποδα
σκούπα (η): κλαδί ελάτου που χρησιμοποιείται για τροφή γιδιών αλλά και ως σκούπα
σκούπρα (τα): σκουπίδια
σκούρα (τα): τα εξώφυλλα των παραθυριών
σκραπανάου (ρ.): πατάω τη σκανδάλη άδειου ή χαλασμένου όπλου, χτυπάω δύο σκληρά αντικείμενα
σκράπας (ο): αυτός που δεν μαθαίνει εύκολα
σκρούμπους (ο): ύφασμα ή μαλλί καρβουνιασμένο που το έβαζαν στον αφαλό του νεογέννητου παιδιού
σουαρές (ο): χορός και διασκέδαση
σούελου (το): αυλάκι σκεπασμένο
σουϊλής (ο): αυτός που κατάγεται από ξακουστό σόι
σουλτούκ’ (το): χοντρό και κοντό αντρικό σακάκι
σουλτούκου (η): γυναίκα απεριποίητη, γυναίκα που περιφέρεται
σούμπρου (το): το μέσα μέρος του καρυδιού που τρώγεται
σούργιλου (το): γελοίος άνθρωπος
σουργούν’ (το): ρεζίλι, γελοιοποίηση
σούρλα (η): μύτη γουρουνιού
σουρλάου (ρ.): ανακατώνω βίαια
σουρουβουλιάζουμι (ρ.): σωριάζομαι κάτω σαν σωρός
σουρουπάν’ (το): στραγγιστήρι
σουρόφ’λλα (τα): ξερά φύλλα, σωρός από φύλλα
σουφλιμάς (ο): μεζές στη σούβλα
σουφράς (ο): χαμηλό ξύλινο τραπέζι
σπάθ’ (η): εξάρτημα του αλετριού
σπαράου (ρ.): μετακινώ κάτι, αλλάζω θέση
σπασμένους (επίθ.): ανίκανος
σπουριά (η): τμήμα χωραφιού έτοιμο για σπορά, χωράφι με μικρή επιφάνεια
σπρούχν’ (η): καυτή στάχτη με κάρβουνα
σπρούχν’ (η): στάχτη με μικρά αναμμένα κάρβουνα
στ’λιάρ’ (το): ξύλινη λαβή εργαλείων, αμόρφωτος άνθρωπος
σταβάρ’ (το): καμπυλωτό ξύλινο εξάρτημα του αλετριού που ενώνει τη χειρολάβα με το ζυγό
σταλίζου (ρ.): κάθομαι στη σκιά (το λέμε για τα γιδοπρόβατα)
στάλους (ο): σκιερός χώρος που σταλίζουν τα γιδοπρόβατα
στανιό (επίρ.): με το ζόρι, εξαναγκασμός
στατέρ’ (το): κρεμαστή ζυγαριά με άξονα και βαρίδι
σταφνίζουμι (ρ.): στολίζομαι, περιποιούμαι
στέρφα (επίθ.): θηλυκά ζώα που δε θα γεννήσουν
στιρφόγαλου (το): γάλα από ζώα που δεν γέννησαν (στέρφα)
στιφάν’ (το): στεφάνι, γκρεμός
στιφανοχάρτ’ (το): ληξιαρχική πράξη γάμου
στοιβανιά (η): ομοειδή αντικείμενα (κυρίως καυσόξυλα) τοποθετημένα με τάξη το ένα πάνω στο άλλο
στούκ’ (το): είδος χαρτοπαίγνιου
στουμπάου (ρ.): χτυπάω με δάρτι, γουδοχέρι ή πέτρα
στουμώνου (ρ.): χαλάω την κόψη κοφτερού οργάνου
στουρνάρ’ (το): σκληρή κοκκινωπή πέτρα που όταν χτυπηθεί με σκληρό αντικείμενο βγάζει σπίθες
στραβουλέκατους (επίθ.): στραβός, ανάποδος άνθρωπος
στραβουτσιάουλους (ο): αυτός που έχει στραβό σαγόνι
στραγγ’λάου (ρ.): στραμπουλάω
στραμπ’λάου (ρ.): στραμπουλάω, προκαλώ διάστρεμμα
στραμπούλ’σμα (το): εξάρθρωση, διάστρεμμα
στρέγκλα (η): ξαφνικό αγρίεμα ζώων
στριγκλιάζου (ρ.): αγριεύω ξαφνικά και αρχίζω να τρέχω
στριφτό (το): τσιγάρο που φτιάχνει ο καπνιστής μόνος του με αφορολόγητο καπνό
στρούγκα (η): μαντρί, περιφραγμένος με πέτρες χώρος όπου αρμέγουν τα γιδοπρόβατα
στρουμπούλ’ (το): στρογγυλή πέτρα
στρουμπούλου (η): γυναίκα με στρογγυλό πρόσωπο
στρουματσάδα (η): ξάπλωμα σε στρωμένο δάπεδο
συγκυριάζου (ρ.): τακτοποιώ, βάζω σε τάξη
σύρσιμο (το): ζευγάρωμα ταύρου με αγελάδα
σφ’ρί (το): σφυρί
σφαϊό (το): έντονος και ανυπόφορος πόνος
σφάλαγκας (ο): αράχνη
σφαλαγκουδιά (η): ιστός αράχνης
σφουγγάου (ρ.): σκουπίζω
σφουντήλ’ (το): ξύλινο κωνικό εξάρτημα που εφαρμόζει στο κάτω μέρος του αδραχτιού για να γυρίζει πιο γρήγορα
σφρουντζ’λάου (ρ.): πετάω κάτι μακριά στριφογυριστά με δύναμη
σφρουντζούλα (η): περιστροφή, πέταγμα
σώνου (ρ.): σώζω, φτάνω, τελειώνω

τ’λούμ’ (το): ασκί, άγριος ξυλοδαρμός
τ’λούπα (η): ποσότητα μαλλιού που χωράει στη ρόκα γνεσίματος, μεγάλη νιφάδα χιονιού
τ’λουπώνου (ρ.): σκεπάζω, αποκρύπτω
τ’λώνου (ρ.): γεμίζω καλά ένα τσουβάλι ή κουτί με πράγματα και τα πιέζω πολύ, δέρνω κάποιον
τ’λώνουμι (ρ.): ζορίζομαι και φωνάζω
τ’ράου (ρ.): κοιτάζω, παρατηρώ
τ’ρόγαλου (το): (το): υποπροϊόν του γάλακτος που βγαίνει από το πηγμένο γάλα όταν στραγγίζεται
τ’φάν’ (το): σύντομη μπόρα
τ’φέκ’ (το): τουφέκι
τάβλα (επίρ.): στον τόπο, ξαφνικό πέσιμο κάποιου
τάβλα (η): σανίδα, χαμηλό τραπέζι
ταγάρ’ (το): υφαντό πολύχρωμο σακίδιο
ταϊσάρ’ (το): το σακούλι με ζωοτροφή που το κρεμάνε στο λαιμό του ζώου για να τρώει μέσα απ’ αυτό την τροφή του
τάλαρους (ο): μεγάλο κυλινδρικό ξύλινο δοχείο για την αποθήκευση τροφίμων
ταλίκουρδα (επίρ.): ανάσκελα
ταμάμ (επίρ.): ίσα – ίσα, ακριβώς
ταμπούσ’λα (επίρ.): μπουσουλώντας
ταμπσόκουλα (επίρ.): προς τα πίσω
ταπίστουμα (επίρ.): μπρούμυτα
ταχιά (επίρ.): αύριο
τέγγ’ (το): μεγάλο ξύλινο κουτί, χωρίς βάσεις, μέσα στο οποίο έβαζαν το τριφύλλι πιεσμένο για να γίνει δέμα (μπάλα)
τένις (οι): πάνινα αθλητικά παπούτσια
τέντζιρης (ο): κατσαρόλα
τεψί (το): ταψί
τζαμάλα (η): μεγάλη φωτιά
τζαμάρα (η): μακριά φλογέρα με βραχνό ήχο
τζαντζόγρια (η): γκρινιάρα γριά
τζιαμόξ’λο (το): το ξύλινο πλαίσιο των τζαμιών
τζιούμα (η): ύψωμα, λόφος
τζιούφλια ή τσίφλια (τα): μάτια
τζιριμές (ο): πρόστιμο, ζημιά, ανεπρόκοπος άνθρωπος
τζόρας (ο): ξεροκέφαλος
τίγκα (επίρ.): εντελώς γεμάτο, ξέχειλα
τιλατίν’ (το): κατεργασμένο δέρμα μοσχαριού, άγριος ξυλοδαρμός
τιλεύου (ρ.): τελειώνω, βασανίζω
τιμπλαρώνουμι (ρ.): πέφτω κάτω οριζοντιωμένος
τινιασμένους (επίθ.): εξαντλημένος, ταλαιπωρημένος
τιντζιρέδια (τα): κατσαρολικά
τιντούκ’ (το): ξαπλωμένος ανάσκελα
τιντουλούρ΄ς (ο): κορδωμένος
τισοίδει (ρ.): ποιος ξέρει
Τιτράδ’ (η): η ημέρα Τετάρτη
τιτριμίδα (η): σκουλαρίκι, απένταρος άνθρωπος
τουλ’πάν’ (το): λεπτό ύφασμα με τρύπες , που χρησιμοποιείται για το στράγγισμα υγρών
τουλούμ’ (το): δέρμα γίδας για την αποθήκευση τυριού
τουρός (ο): ίχνος ζώου
τούφα (η): θάμνος, δέσμη μαλλιών
τραβ’ζίκα (η): μεγάλο βρώμικο και φθαρμένο τσουβάλι στο οποίο ο καλαντζής συγκέντρωνε τα χάλκινα σκεύη
τραγότσιουλου (το): χοντρό στρωσίδι ή κλινοσκέπασμα υφασμένο στον αργαλειό από μαλλί γιδιών
τραΐ (το): τράγος
τραμζάνα (η): μεγάλο γυάλινο μπουκάλι με πλαστικό ή ψάθινο περίβλημα
τράμπα (η): ανταλλαγή προϊόντων
τραχανάς (ο): σπιτικό ζυμαρικό φτιαγμένο με αλεύρι και γάλα
τριμ’τάνα (η): τρεμούλιασμα
τρίτσα (η): σκληρό ψάθινο καπέλο
τριχιά (η): χειροποίητο χοντρό σκοινί πλεγμένο με πολύχρωμα μάλλινα νήματα
τρίψα (η): κομμάτια ψωμιού τριμμένα στο γάλα
τρουβάς (ο): υφαντό σακίδιο με ασπρόμαυρες ρίγες
τρουϊρίζου (ρ.): κόβω γύρω-γύρω
Τρυητής (ο): ο μήνας Σεπτέμβριος
τρυπώνου (ρ.): κρύβω κάτι, κρύβομαι
τσ’κάλ’ (το): μεταλλικό κανάτι για νερό ή κρασί, κατσαρόλα
τσ’κνίδα (η): τσουκνίδα
τσ’λάφτιασα (ρ.): ορθώνω τα αυτιά μου για να ακούσω καλύτερα
τσ’λόιρους (ο): διάβολος, δραστήριος άνθρωπος
τσ’λώνου (ρ.): σηκώνω τα αυτιά (για ζώα), προσπαθώ να ακούσω κάτι
τσ’μούρ’ (το): τσιμπούρι, φορτικός και επίμονος άνθρωπος
τσακμάκ’ (το): αναπτήρας
τσάκνα (τα): πολύ λεπτά κλαδιά
τσαλακατίζου (ρ.): μιλάω πολύ, κάνω φασαρία
τσάμπ’ρου (το): τσαμπί με σταφύλια
τσαμπνάου (ρ.): φυσάω τη τσαμπούνα, φλυαρώ, μιλάω δυνατά
τσαμπούνα (η): χειροποίητη σφυρίχτρα από ξύλο ή φλούδα φυτών (κυρίως πουρδαλιάς)
τσαντίλα (η): μαντίλι με αραιή ύφανση, μέσα στην οποία βάζουν το φρεσκοπηγμένο τυρί για να στραγγίσει
τσαπαλίζου (ρ.): σκάβω επιφανειακά και επιπόλαια
τσάπας (ο): τράγος
τσάρκους (ο): μικρό χώρισμα μέσα στη στάνη για μικρά αρνιά και κατσίκια
τσαρνάρα (η): τρέξιμο υγρού
τσαρπνιά (η): κλαδί με πολλά και σκληρά αγκάθια
τσάχαλα (τα): μικρά σκουπίδια
τσέργα (η): μάλλινη κουβέρτα με αραιή ύφανση
τσιακμάκ’ (το): αναπτήρας με πετρέλαιο που άναβε με τσακμακόπετρα
τσιακτσίρα (η): μάλλινο υφαντό ανδρικό παντελόνι στενό στην κνήμη
τσιαλαυτιάζου (ρ.): σηκώνω τα αυτιά μου για ν’ ακούσω καλύτερα κάτι (για ζώα), βάζω τις παλάμες μου στ’ αυτιά και προσπαθώ ν’ ακούσω καλύτερα
τσιαλαφούτ’ (το): βρασμένο γάλα που το πήζουν
τσιαμπάς (ο): τούφα μαλλιών πάνω απ’ το μέτωπο
τσιαούλ’ (το): σαγόνι
τσιαπράκ’ (το): μικρό εργαλείο με το οποίο λύγιζαν τα δόντια του πριονιού εναλλάξ προς την αντίθετη πλευρά, για να κόβεται το ξύλο ευκολότερα
τσιατάλ’ (το): σπασμένο κλαδί με μυτερή άκρη
τσιατή (η): πεταύρωμα της στέγης
τσιατμάς (ο): σοβατισμένο χώρισμα των δωματίων του σπιτιού φτιαγμένο από πλεγμένα ευλύγιστα κλωνάρια ελάτων σχισμένων στη μέση
τσιατούρ’ (το): πρόχειρη ξύλινη καλύβα
τσιατσιούλ’ (το): σακούλι, ταγάρι
τσιάφ’ (το): πάχνη
τσίγκανους (ο): ο δύσκολος στο φαγητό
τσίκα (η): σπίθα φωτιάς ή στουρναριού
τσικλάου (ρ.): σχίζω
τσιμπέρ’ (το): λεπτό μαντίλι με ιδιαίτερο τρόπο δεμένο στο κεφάλι των γυναικών
τσίνορα (τα): βλεφαρίδες
τσινουτόρους (ο): διχαλωτός πάσσαλος που στηρίζει κλήμα
τσιντζί (το): τα ούλα των δοντιών
τσιόκ’ (το): σφυρί
τσιόκους (ο): αγκώνας
τσιόνους (ο): το πουλί σπίνος
τσιόλ’ (το): σκέπασμα
τσιουγκρί (το): μεγάλος και μυτερός βράχος
τσιούκα (η): εξόγκωμα που δημιουργείται μετά από χτύπημα στο κεφάλι
τσιουκάν’ (το): κουδούνι ζώου
τσιουκάν’σμα (το): μέθοδος ευνουχισμού αρσενικού ζώου
τσιουκανάου (ρ.) :χτυπάω με το τσιόκι (σφυρί), ευνουχίζω ένα αρσενικό ζώο
τσιούκες (οι): οι πέτρες που στήνονται σαν στόχος σε παιδικό παιχνίδι
τσιούλα (η): κατσίκα ή προβατίνα με μικρά αυτιά
τσιουλιάζουμι (ρ.): σκεπάζομαι
τσιουλκάνα (η): το πουλί δρυοκολάπτης
τσιουμπέρ’ (το): γυναικείο μαντήλι δεμένο πάνω από το κεφάλι, σύννεφα στην κορυφή βουνού που προμηνύουν αέρα
τσιουπλιτάρα (η): μεγάλη πράσινη σαύρα
τσιουπόρα (η): φουντωτός θάμνος
τσιούπρα (η): κοπέλα
τσιουτσιούρ’σμα (το.): ο χαρακτηριστικός ήχος που κάνει το λάδι όταν καίγεται στο τηγάνι
τσιουτσιουρίζου (ρ.): καίω το λάδι στο τηγάνι μέχρι ν’ ακουστεί ο χαρακτηριστικός ήχος, βασανίζω κάποιον
τσιουφλέκα (η): αυτοσχέδιο παιδικό παιχνίδι που εκσφενδόνιζε καρπούς από κέδρα
τσιόφλιου (το): τσόφλι
τσίπ’ρου (το): δυνατό ποτό από απόσταξη σταφυλιών
τσιρέπ’ (το): μάλινη χοντρή πλεκτή κάλτσα
τσίρλα ή τσέρλα (η): διάρροια
τσιρλιέμι (ρ.): έχω διάρροια
τσιρμιάζου (ρ.): μουδιάζω
τσιρουπούλ’ (το): μικρό πουλί
τσίτ’ (το): φτηνό βαμβακερό ύφασμα
τσίτουσα (ρ.): χόρτασα
τσίτσ’κας (ο): τζίτζικας, η μυτερή πλευρά σκαπτικού οργάνου
τσίτσα (η): βαρέλα
τσουπουτός (ο): παχουλός
τσουρούτ’κου (το): λειψό
τσουτνιάζου (ρ.): μαλώνω
τσούτσουρας (ο): πολύ ψηλό κατασκεύασμα
τσουτσουρώνουμι (ρ.): κορδώνομαι, υπερηφανεύομαι
τσόχα (η): μάλλινο ύφασμα
τυπώνου (ρ.): κατατοπίζω κάποιον σε ένα ζήτημα
τυφλουβδουμάδα (η): η εβδομάδα κατά την οποία οι νέοι παραβλέπουν τα μειονεκτήματα του γάμου και αποφασίζουν να παντρευτούν
τφικαλεύρ’ς (ο): αυτός που δεν έχει ελπίδες για να πετύχει στη ζωή του
τώραϊα (επίρ.): αμέσως τώρα

υγράδα (η): υγρασία
ύπαρχε (ρ.): υπήρχε
υπνοφαγάς (ο): υπναράς
υφάδ’ (το): νήμα που περνάει στον αργαλειό με τη σαΐτα και διασταυρώνεται με τα στημόνια
ύφαμα (το): η διαδικασία και το αποτέλεσμα της ύφανσης
ύψουμα (το): μικρός λόφος, μεγάλο πρόσφορο που ευλογείται από τον παπά την ημέρα της γιορτής κάποιου

φ’κάρ’ (το): η θήκη του μαχαιριού
φ’κέντρα (η): η βουκέντρα του ζευγά, μακρύ ξύλο με καρφί στην άκρη για να κεντρίζουν τα βόδια στο όργωμα
φ’κιασιά (η): κατασκευή, καλούπι, σωματότυπος
φ’λλάδα (η): βιβλίο κακής ποιότητας
φ’σάου (ρ.): φυσάω
φ’σέκ’ (το): φυσίγγιο
φ’σκί (το): κοπριά
φ’τ’λιές (οι): συκοφαντίες
φ’τσέλα (η): βαρέλα
φαγάνα (η): μπουλντόζα
φαϊρόπ (άκλ.): συντονισμός δυνάμεων πολλών ανθρώπων για την εκτέλεση δύσκολου έργου
φαμ’λιά (η): οικογένεια
φανέστρα (η): μικρό φύλλο στο πάνω μέρος του παραθύρου, που ανοίγει προς τα κάτω, για να αερίζεται ο χώρος
φανταλιά (η): ζάλη, αδυναμία, ξάφνιασμα
φαρμακολειτουργιά (η): η φαρμακόγλωσσα
φαρμακώνουμι (ρ.): στενοχωριέμαι πολύ
φαρσί (επίρ.): ακόμπιαστα, άπιαστα
φασκιά (η): πλατιά και μακριά υφασμάτινη λωρίδα με την οποία τύλιγαν ολόκληρο το σώμα των μωρών
φασκιώνου (ρ.): τυλίγω με φασκιές το μωρό
φελί (το): κομμάτι πίτας
φιβγιό (το): βιαστική αποχώρηση
φιγγαριάζουμι (ρ.): επηρεάζομαι από το φεγγάρι και κάνω τρέλες, πάσχω από σεληνιασμό
φιλίκ’ (το): μεγάλος αειθαλής θάμνος που μοιάζει με πουρνάρι αλλά τα φύλλα του δεν έχουν αγκάθια στις άκρες
φιο (το): απότομη μπόρα με αέρα και βροχή
φίσκα (επίρ.): γεμάτο ξέχειλα
φίστα (η): μονόκαννο εμπροσθογεμές όπλο
φκυάρ’ (το): φτυάρι
φλακαράου (ρ.): φτερουγίζω, πετάω
φλισούρ’ (το): πολύ μεγάλο πλήθος
φλισουριάζου (ρ.): γεμίζω από κάτι και κυρίως έντονα
φλίτ’ρας (ο): πεταλούδα, γρήγορος άνθρωπος
φλουέρας (ο): άμυαλος
φλουκουτή (η): φλοκάτη
φλώρα (η): άσπρη
φλωροτσαμπάς (ο): ασπρομάλλης, ξανθός
φόλα (η): μπάλωμα παπουτσιού, τροφή με δηλητήριο για θανάτωση ζώων
φουκιάζου (ρ.): προδίδω, καρφώνω
φουμίζου (ρ.): αποτυγχάνω εντελώς, τα κάνω θάλασσα, το παραξηλώνω
φουντάν’ (το): ζαχαρωτό τυλιγμένο σε χρυσόχαρτο
φουρδάκλα (η): ερεθισμός του δέρματος, τοπικό πρήξιμο
φούρκα (η): πάσσαλος με διχάλα για υποστήλωμα, θυμός
φουρλέτσ’ (το): τρύπιο στρογγυλό ξύλο στη βάση ράβδου με το οποίο χτυπούσαν το γάλα για να παραχθεί το βούτυρο
φουρτουτήρα (η): ξύλινη ράβδος που καταλήγει σε διχάλα και χρησιμεύει σαν υποστύλωμα του σαμαριού κατά το φόρτωμα
φούσκα (η): μπαλόνι
φούσκους (ο): χαστούκι
φουστέκ’ (το): αντικείμενο εντελώς κατεστραμμένο
φουτίκια (τα): ρούχα ή δώρα που δίνει ο νονός στον αναδεχτό κατά τη βάφτιση
φραγκανίδ’ (το): μικρό κουδούνι
φράξους (ο): φυλλοβόλο δέντρο με ωραία και εύοσμα άνθη
φρουντάσια (τα): απαιτήσεις, ιδιοτροπίες
φρυγαδέλ’ (το): μεζές από κομμάτια αρνίσιου ή κατσικίσιου συκωτιού τυλιγμένα με την «πάνα» του σφαχτού που ψήνεται στη σούβλα
φτ’ράου (ρ.): διαρκώ, επαρκώ
φτύστρα (η): φυτώριο
φυλλιρούδια (τα): στενόμακρα κομμάτια υφάσματος από ρούχα που σκίστηκαν
φώλ’ (το): το αυγό που υπάρχει πάντα στη φωλιά για να γεννάει η κότα

χ’λιάρ’ (το): κουτάλι
χ’λιαρουλόγους (ο): ξύλινη θήκη για την τοποθέτηση κουταλιών
χ’νέρ’ (το): πάθημα, ζημιά, απάτη
Χ’νόπουρου (το): Φθινόπωρο
χάβδα ή χαβδαρούκ’ (επίρ.): με ανοιχτά τα πόδια
χαβδώνου (ρ.): ανοίγω τα πόδια μου κυρίως πάνω από τη φωτιά για να ζεσταθώ
χάζ’ (το): γούστο
χαϊάτ’ (το): διάδρομος στεγασμένος κολλητός σε εξωτερική πλευρά τοίχου κατοικίας
χαΐρ’ (το): προκοπή
χάκια (τα): εκδίκηση
χαλεύου (ρ.): ζητάω, ψάχνω
χαλιάς (ο): χαλίκια μικρά και μεγαλύτερα που μεταφέρθηκαν από το νερό
χάλκουμα (το): οικιακό χάλκινο σκεύος
Χαμένους (ο): ο μήνας Νοέμβριος
χαμουκερασιά (η): το φυτό αγριοφράουλα
χαμουκέρασου (το): ο καρπός της αγριοφράουλας
χαμούρ’ (το): η λάσπη των οικοδόμων που αποτελείται από τσιμέντο, άμμο, ασβέστη και νερό
χαμπαριάζου (ρ.): καταλαβαίνω
χαμπέρ’ (το): είδηση, νέο, γεννητικό όργανο της γυναίκας
χαντάρα (η): μεγάλη ζημιά
χάρβαλου (το): κατεστραμμένο
χαρδακάου (ρ.): πετάω από χαρά
χειμαδιό (το): τόπος κατάλληλος για ξεχειμώνιασμα των κοπαδιών
χειμων’κό (το): καρπούζι
χειριά (η): ποσότητα που μπορεί να κρατηθεί με το ένα χέρι
χειρουλάβα (η): ξύλινο εξάρτημα του αλετριού που το κρατούσε ο ζευγάς
χιόνω (η): άσπρη κατσίκα
χιράμ’ (το): υφαντό μάλλινο κλινοσκέπασμα
χλέπια (τα): το εσωτερικό μέρος του κολοκυθιού
χλιάρ’ (το): ξύλινο κουτάλι
χλιμπόνα (η): πυκνό φλέμα
χλουΐζου (ρ.): πρασινίζω
χλουρασιά (η): το πράσινο χορτάρι
χνίπα (η): σκνίπα
χούι (το): συνήθεια, η ιδιομορφία του χαρακτήρα
χουιατό (το): η κραυγή για εκφοβισμό άγριων ζώων
χουλουϊέμι (ρ.): βγάζω πίκρα
χούν’ (η): τοποθεσία ανάμεσα σε ράχες σε σχήμα χωνιού
χουντρικό (το): μεγαλόσωμο ζώο, αναίσθητος άνθρωπος
χουχτάου (ρ.): φωνάζω δυνατά
χριστοπαναΐες (οι): βλαστήμιες σε βάρος του Χριστού και της Παναγίας
χρον’κής (επίρ.): για ολόκληρο το χρόνο
χρυσή (η): η ασθένεια ίκτερος
χτικιό (το): φυματίωση, δύσκολη δουλειά

ψ’μάδ’ (το): όψιμο κατσίκι ή αρνί, το τελευταίο παιδί της οικογένειας
ψ’χάλα (η): η ψιλή βροχή
ψ’χοκέρ’ (το): κερί αφιερωμένο στη μνήμη νεκρών
ψ’χούδ’ (το): το ψωμάκι των μνημοσύνων
ψ’χοχάρτ’ (το): μικρό χαρτί στο οποίο γράφονται τα ονόματα των πεθαμένων της οικογένειας για να τα μνημονεύσει ο παπάς κατά τα ψυχοσάββατα
ψαρονέφρ’ (το): ψαχνό κρέας των σφαγίων κοντά στα νεφρά
ψαρός (ο): γκριζομάλλης
ψαχαλιεύου (ρ.): ψάχνω με επιμονή να βρω κάτι
ψένου (ρ.): ψήνω
ψισ’νός (επίθ.): χτεσινοβραδινός
ψουμόλ’σσα (η): μεγάλη πείνα
ψουμουζού (ρ.): ζω μόνο με ψωμί, είμαι πολύ φτωχός
ψουμοσάκ’ (το): το σακί των ζητιάνων στο οποίο έβαζαν τα κομμάτια του ψωμιού
ψουμουμένους (επίθ.): ώριμος, χοντρός
ψουπέρα (επιρ.): πιο πέρα
ψουπίσου (επίρ.): πιο πίσω

Βιβλιογραφία

Μπόγκας Ευάγγελος: «Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου», Εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα, 1964.

Παπακίτσος Χρήστος: «Από τη Τζουμερκιώτικη Λαλιά στη Λαϊκή μας Παράδοση», Έκδοση Δήμου Αγνάντων, Αθήνα, 2006.
Φίλος Στέφανος: «Τζουμερκοχώρια», Έκδοση Αδελφότητας Αγναντιτών Αθήνας, Αθήνα, 1994.

Φίλος Στέφανος: «Τζουμερκοχώρια», Έκδοση Αδελφότητας Αγναντιτών Αθήνας, Αθήνα, 1994.

You are donating to : Greennature Foundation

How much would you like to donate?
$10 $20 $30
Would you like to make regular donations? I would like to make donation(s)
How many times would you like this to recur? (including this payment) *
Name *
Last Name *
Email *
Phone
Address
Additional Note
paypalstripe
Loading...